Είδε η Άννια Κανακάρη και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα
Θεωρείται από πολλούς πιο επώδυνη και πιο βασανιστική και από τον ίδιο τον θάνατο, καθώς απογυμνώνει, σταδιακά, τους ανθρώπους από το πνεύμα, την ψυχή, την συνείδηση, όλα όσα συνθέτουν την προσωπικότητα τους και τους καθιστούν τα άτομα που γνωρίζουμε και αγαπάμε. Είναι μια ασθένεια που επηρεάζει όχι μόνο αυτούς που πάσχουν αλλά και όσους καλούνται να τους συνοδεύσουν στον δρόμο προς την πλήρη αλλοτρίωση….
Την σκληρή πραγματικότητα του κόσμου της άνοιας και των επιπτώσεών της στην οικογένεια μεταφέρει επί σκηνής η παράσταση «Πριν ανοίξουμε φτερά», του Γάλλου συγγραφέα Φλοριάν Ζελέρ, που παρακολουθήσαμε στο θέατρο Αριστοτέλειον, σε σκηνοθεσία Άννα – Μαρίας Παπαχαραλάμπους.
Ο Φλοριάν Ζελέρ έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από τις δύο τελευταίες ταινίες του, την βραβευμένη με όσκαρ «Ο πατέρας» με τον Άντονι Χόπκινς και «Ο γιος» με τον Χιου Τζάκμαν, ταινίες που πραγματεύονται τους οικογενειακούς δεσμούς, τις ενοχές,τις ψυχικές ασθένειες και την αληθινή αγάπη. Ο συγγραφέας με βαθιά ενσυναίσθηση προσεγγίζει δύσκολα καθημερινά ζητήματα, εμβαθύνει στις σχέσεις γονέων και παιδιών, σε συμπεριφορές που στιγματίζουν και διηγείται ιστορίες που αφορούν άμεσα πολλούς και…εν δυνάμει όλους μας.
Η υπόθεση του «Πριν ανοίξουμε φτερά»μας μεταφέρει στο σπίτι του Αντρέ και της Μαντλέν. Εκείνος υπήρξε διάσημος συγγραφέας, ένας άνθρωπος του πνεύματος, που η άνοια του κτύπησε την πόρτα στη δύση της ζωής του. Περνά τις μέρες του παλεύοντας να βρει τη θέση του στον χρόνο και να τακτοποιήσει τη μνήμη του, η οποία λειτουργεί πλέον ανεξέλεγκτα. Βασίζεται απόλυτα στην αγαπημένη του Μαντλέν, που ακούραστα τον συμπαραστέκεται και τον φροντίζει. Οι δύο κόρες του έρχονται να τον βοηθήσουν, τώρα… που η κατάσταση «έγινε δύσκολη» και προσπαθούν να τον πείσουν να μετακομίσει καθώς το σπίτι του είναι αρκετά απομονωμένο. Τι μπορούν όμως να κάνουν για έναν άνθρωπο που χάνει σιγά σιγά τον ίδιο του τον εαυτό;
Στα θετικά (+) της παράστασης θα συμπεριλάβουμε καταρχάς το βαθιά ανθρώπινο κείμενο του Φλοριάν Ζελέρ, στην σύγχρονη και εύληπτη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, που ξεχειλίζει από ευαισθησία και ενσυναίσθηση για τα προβλήματα ατόμων με ψυχικές ασθένειες. Πρόκειται για ένα έργο που μιλά για την απώλεια, την υπαρξιακή φθορά, την αποδόμηση της συνείδησης, αλλά και την πίστη, την αφοσίωση, την δύναμη της αγάπης. Η ιδιαιτερότητά του έργου συνίσταται στο ότι αποτυπώνει την ιστορία του Αντρέ μέσα από την δική του οπτική, μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που πάσχει από άνοια. Τα γεγονότα παρουσιάζονται συγκεχυμένα, χωρίς χρονολογική σειρά, ως ψήγματα αναμνήσεων αναμεμειγμένα με το παρόν, με μικρές δόσεις αλήθειας και παραλογισμού. Αυτός ο τρόπος απόδοσης προκαλεί αρχικά σύγχυση στον θεατή, που αναπόφευκτα διερωτάται τι από όσα βλέπει ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, παράλληλα όμως δεσμεύει απόλυτα την προσοχή του, καθώς τον καθηλώνει σε μια προσπάθεια να δει πίσω από τις λέξεις και να συνειδητοποιήσει την αλήθεια. Όσο εξελίσσεται η υπόθεση η κατάσταση ξεκαθαρίζει και η αρχική περιέργεια δίνει τη θέση της σε άλλα, πιο «βαριά» συναισθήματα, καθώς η αλήθεια είναι αρκετά οδυνηρή.
Παρά το γενικά στενάχωρο κλίμα, το έργο κρατά μια ισορροπία, διακατέχεται από ένα φως, όχι γιατί υπάρχει ελπίδα να γίνουν τα πράγματα καλύτερα, αλλά γιατί εστιάζει στην σχέση του ζευγαριού, στην αγάπη που τους ένωσε, αυτό το ασύλληπτα μοναδικό συναίσθημα που μόνο όσοι είχαν την ευκαιρία να γευτούν, μπορούν να εκτιμήσουν.
Η Άννα – Μαρία Παπαχαραλάμπους προσεγγίζει με ευαισθησία και διακριτικότητα το κείμενο, στο οποίο επιτρέπει να «κυριαρχήσει», ενώ η σκηνοθεσία της φαίνεται να βασίζεται κυρίως στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Η απόδοση του οικογενειακού δράματος επί σκηνής γίνεται αργά, αφήνοντας στον θεατή τον χρόνο να παρακολουθήσει, να κατανοήσει και να συναισθανθεί. Καθώς αποκαλύπτεται η πραγματικότητα, βαθμιαία πολλαπλασιάζονται και τα συναισθήματα που επικοινωνεί στο κοινό. Στόχος της προφανώς είναι να απευθυνθεί στο θυμικό του θεατή και όχι να εντυπωσιάσει, πράγμα που ούτως ή άλλως δεν καταφέρνει, όπως αναλύουμε στη συνέχεια.
Ξεχωρίζει στην όλη απόδοση η εξαιρετικά συγκινητική σκηνή με το ζευγάρι σε ένα βαλς έξω από τόπο και χρόνο, μια ωδή στην αγάπη και την συντροφικότητα…
Η ερμηνεία του σπουδαίου ηθοποιού Δημήτρη Καταλειφού αποτελεί αναμφίβολα το δυνατότερο στοιχείο της παράστασης. Με τη βαθιά συναισθηματική παρουσία του ζωντανεύει επιτυχημένα επί σκηνής τον ηλικιωμένο άνδρα που πάσχει από άνοια, παρασύροντας μας στον περίπλοκα δομημένο και μοναχικό κόσμο του. Οι κινήσεις και οι εκφράσεις του, απόλυτα μελετημένες και συνεπείς στο σενάριο, αποδίδουν ρεαλιστικά την σταδιακή απορρύθμιση του χαρακτήρα, την σύγχυση και τον θυμό που τον καταλαμβάνουν, τα χάσματα στα οποία βυθίζεται, τα φωτεινά διαλείμματα στα οποία φαίνεται φυσιολογικός, για να χαθεί και πάλι, μετά από λίγο, στην δίνη του μυαλού του. Ενσαρκώνει τον δύσκολο ρόλο του με ακρίβεια και ευγένεια, με ευαισθησία και τρυφερότητα, με πάθος και αφοσίωση προκαλώντας συγκίνηση στο κοινό.
Η Ζωή Ρηγοπούλου, στο πλάι του, υποδύεται την αγαπημένη του Μαντλέν με φυσικότητα, τρυφερότητα και αφοπλιστική απλότητα. Η έμπειρη ηθοποιός επικοινώνησε με επιτυχία τα συναισθήματα της πιστής συζύγου που επιλέγει να σταθεί δίπλα στον σύζυγό της, παρά τις δυσκολίες και να μείνει μαζί του μέχρι το τέλος. Με έλεγχο στην ερμηνεία της, χωρίς υπερβολές και ανούσιες εξάρσεις, κατέθεσε αυθεντικό συναίσθημα και ξεχώρισε για την ευγένεια και την υποκριτική ωριμότητά της.
Αρκετά καλές υπήρξαν οι εμφανίσεις των Μαρκέλλα Γιαννάτου και Φιόνας Γεωργιάδη, ως οι δύο κόρες του ζευγαριού, που σπεύδουν να στηρίξουν τον πατέρα τους, στην δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει.
Σε μικρότερους ρόλους ο Σαράντος Γεωγλερής και η Ντίνα Αβαγιανού ολοκληρώνουν την υπόθεση ενσαρκώνοντας χαρακτήρες από το παρόν και το παρελθόν του Αντρέ.
Ενδιαφέρον υπήρξε το σκηνικό της Νατάσας Παπαστεργίου που απέδωσε ρεαλιστικά τόσο το εσωτερικό, όσο και το εξωτερικό της κατοικίας του ζευγαριού. Το μεγάλο παράθυρο/οθόνη, που καταλάμβανε σχεδόν όλο το μήκος της σκηνής πρόσφερε στο κοινό μια όψη από τον κήπο, ζωντάνεψε την καταρρακτώδη βροχή (που παρακολουθούσαμε ακόμη και περιμένοντας την έναρξη της παράστασης), τα δέντρα που κινούνταν στον άνεμο, την φύση που αγαπούσε το ζευγάρι και αποτελούσε μέρος της ζωής του. Ένα όμορφα στημένο και προφανώς δουλεμένο σκηνικό, προσεγμένο στη λεπτομέρεια.
Συμβατά με την υπόθεση του έργου ήταν τα κοστούμια της Νινέτας Ζαχαροπούλου, οι δε φωτισμοί του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, ενέτειναν την συγκινησιακή φόρτιση των σκηνών, σε συνδυασμό με την μουσική επένδυση της παράστασης από τον Ηλία Παπαχαραλάμπους.
Παρόλα όμως τα θετικά της στοιχεία η παράσταση φαίνεται εγκλωβισμένη στη μετριότητα (-): Παρά το δυνατό σενάριο και την εξαιρετική ερμηνεία του Δημήτρη Καταλειφού, η ατμόσφαιρα του έργου υπήρξε αρκετά…«χλιαρή». Η «διακριτική» προσέγγιση της σκηνοθέτη στέρησε από την παράσταση τη δυναμική που της άρμοζε, το συναισθηματικό βάθος, την ένταση, την συνειδησιακή ταύτιση του κοινού με τους χαρακτήρες. Ναι μεν ο αργός ρυθμός αποσκοπούσε να δώσει στον θεατή τη δυνατότητα να επεξεργαστεί τα συναισθήματα και τη σταδιακή αποκάλυψη του οικογενειακού δράματος, αποστέρησε όμως την όλη παρουσίαση από τη ζωντάνια και την αμεσότητα που όφειλε να την χαρακτηρίζει. Έλειπε η ζεστασιά της οικογενειακής ατμόσφαιρας, η έκφραση οικειότητας μεταξύ των χαρακτήρων, έλειπε…αυτό το κάτι στην ατμόσφαιρα που θα μπορούσε να εκτοξεύσει το αποτέλεσμα στα μάτια των θεατών.
Συμπερασματικά (=) παρακολουθήσαμε μια τρυφερή, γλυκόπικρη παράσταση, από την οποία κρατάμε την όμορφη εικόνα του βαλς του ηλικιωμένου ζευγαριού και την βεβαιότητα ότι η αγάπη, αν και αέναος και απαιτητικός αγώνας, είναι τελικά ό,τι σπουδαιότερο στη ζωή μας…
Βαθμολογία 5,8/10










