Είδε ο μαέστρος Μιχάλης Χατζηαναστασίου και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα.
Το Cats του Andrew Lloyd Webber δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικά άρτιο μιούζικαλ· συνιστά ένα αισθητικό σύστημα όπου η τέχνη υπερβαίνει τον εαυτό της, αγγίζοντας εκείνη τη ζώνη όπου οι επιμέρους μορφές έκφρασης αλληλοδιεισδύουν και συγκροτούν μια «υπερτέχνη». Στο Cats, η μουσική δεν είναι συνοδεία, ο χορός δεν είναι διάκοσμος, και το θέαμα δεν είναι θέαμα. Είναι ένα σώμα ενιαίο, σαν ένα κοσμοείδωλο που ορίζει τους δικούς του κανόνες ύπαρξης και συνειδητότητας.
Εδώ, το θέατρο αποκτά φιλοσοφική υπόσταση: γίνεται ένας τόπος όπου ο άνθρωπος, με πρόσχημα τη μορφή του ζώου, αναζητεί τη δική του ταυτότητα μέσα από την κίνηση, τον ρυθμό και την μελωδία. Το Cats μας τοποθετεί στον χώρο όπου η ανθρώπινη φαντασία συναντά την πρωταρχική ορμή της τέχνης: την ανάγκη να μεταμορφώσει το καθημερινό σε μύθο.
Σκηνικά: “Η υλικότητα του ονείρου”
Τα σκηνικά συνιστούν μια θεατρική μεταφυσική: ένα περιβάλλον που δεν αναπαριστά απλώς έναν χώρο, αλλά αναδομεί την ίδια τη σχέση του θεατή με την κλίμακα, την προοπτική και την αίσθηση του πραγματικού. Η υπερμεγέθυνση των αντικειμένων δεν είναι απλώς ευρηματική· είναι φιλοσοφική. Μας καλεί να αναστοχαστούμε την οπτική μας, να αποδεχθούμε ότι η πραγματικότητα μπορεί να μεταβληθεί αν μεταβληθεί ο παρατηρητής.
Πρόκειται για την επί σκηνής υλοποίηση της ιδέας του Merleau-Ponty: ο χώρος δεν είναι ουδέτερος—διαπλάθεται από την συνείδηση που τον βιώνει.
Φωτισμοί: “Το Φως ως πρώτη ύλη νοήματος”
Ο φωτισμός στο Cats λειτουργεί σαν ένα σύστημα νοηματοδότησης που γεννά συναισθηματικές και υπαρξιακές μεταπτώσεις. Το φως εδώ δεν αποκαλύπτει· δημιουργεί. Δεν είναι μηχανισμός θέασης αλλά μηχανισμός γέννησης κόσμων.
Στη σκηνική φιλοσοφία, το φως γίνεται το συμβολικό «είναι» που μεταμορφώνεται σε «γίγνεσθαι», σαν να παραπέμπει στον Ηράκλειτο: κάθε αλλαγή φωτός σηματοδοτεί μια μεταβολή στον ίδιο τον όντως κόσμο της παράστασης.
Κινησιολογία και Χορογραφίες: “Σώμα ως οντολογία”
Οι χορογραφίες δεν είναι απλώς υψηλής τεχνικής δυσκολίας· αποτελούν έναν φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στο σώμα. Η μίμηση της γατικής κίνησης, με τη λεπτομερή έρευνα της μυϊκής αίσθησης, μετατρέπει τους χορευτές σε έμβια σύμβολα της μετάβασης από το ανθρώπινο στο μη-ανθρώπινο.
Το σώμα γίνεται η γλώσσα του ανείπωτου, μια γλώσσα που δεν μπορεί να ειπωθεί με λόγια αλλά μόνο να βιωθεί. Είναι μια σκηνική πραγμάτωση της φαινομενολογίας: το σώμα ως ο φορέας της σημασίας, όχι ο νους.
Ερμηνείες: “Το τραγικό μεγαλείο της τελειότητας”
Οι καλλιτέχνες στο Cats υπηρετούν την αισθητική με τόση ακρίβεια και αυταπάρνηση που η ερμηνεία τους αποκτά σχεδόν τραγική διάσταση. Είναι η στιγμή όπου ο άνθρωπος φτάνει το άκρο της δυνατότητάς του και συνειδητοποιεί ότι μόνο μέσα από αυτή τη συμφωνημένη συλλογική τελειότητα μπορεί να αγγίξει το άρρητο.
Η ερμηνευτική τελειότητα εδώ δεν είναι απλώς δεξιοτεχνία· είναι μορφή υπέρβασης. Θυμίζει την πλατωνική ιδέα του Καλού: η απόλυτη αρμονία ως μονοπάτι προς το υψηλό.
Ορχήστρα: “Η μουσική ως αρμονική κοσμολογία”
Η ορχήστρα, υπό τη σταθερή και οργανική καθοδήγηση του μαέστρου, λειτουργεί ως ο ρυθμικός παλμός του σκηνικού σύμπαντος. Η μουσική δεν συνοδεύει τα γεγονότα· τα δημιουργεί. Καθετί που συμβαίνει επί σκηνής μοιάζει να γεννιέται από τη μουσική της μήτρα.
Εδώ, η μουσική θυμίζει την πυθαγόρεια αντίληψη της «αρμονίας των σφαιρών»: ένας κώδικας κοσμολογικός που οργανώνει το σύμπαν μέσα από αριθμό, ρυθμό και τάξη.
Συμπέρασμα: “Το Cats ως υπαρξιακή εμπειρία”
Το να παρακολουθήσει κανείς το Cats είναι κάτι περισσότερο από θέατρο· είναι μία υπαρξιακή δοκιμασία, μια τελετουργία μεταμόρφωσης, όπου ο θεατής αντιλαμβάνεται πως η τέχνη μπορεί ακόμη να ψιθυρίζει εκείνο το αρχέγονο μυστικό: ότι ο άνθρωπος επιθυμεί να γίνει κάτι παραπάνω από τον εαυτό του.
Σ’ αυτή την παράσταση, ο θεατής έχει την τύχη να ζήσει όχι απλώς ένα θέαμα αλλά μια εμπειρία ζωής — μια στιγμή όπου το αισθητικό συναντά το φιλοσοφικό και το ανθρώπινο υπερβαίνει το γνώριμο, αγγίζοντας για λίγο το ονειρικό και το αιώνιο.









