Γράφει ο Μιχαήλ Χατζηαναστασίου για την Κουλτουρόσουπα.
ΕΝΤΕΧΝΟ : Μιά στιγματική και ατελής ορολογία, καθιερωμένη στην συνείδηση του αγοραστικού κοινού, από την μουσική βιομηχανία πνευματικής εμπορευματοποίησης.
Πληθώρα καραγκιόζηδων ερμηνευτών και άτεχνων δημιουργών της δηθενιάς, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, που στήσανε καριέρα στην … ποιοτική άγνοια ενός κοινού με άνοια.
Τούτο το φαινόμενο της … μεταμοντερνιστικής ανευθυνότητας, του να ορίζει και να κατηγοριοποιεί ο καθένας, τάσεις, ιδέες και ρεύματα, με τόση ευκολία και δίχως να διαθέτει την απαιτούμενη γνώση ή έστω αντίληψη, είναι ένα προϊόν που προέρχεται από ατάλαντους πορδοπερπερήθρες και πωλείται δυστυχώς από αδίστακτους πουθενάδες, σε ακραία άσχετους καταναλωτές.
Τέχνη είναι το – αναγκαία – περιττό και κάποια στιγμή θα πρέπει να μάθουμε να ξεχωρίζουμε το περιττό από τα … περιττώματα.
Μουσικολογικά ο όρος “Έντεχνο” αφορά την
– δομημένη σε παρτιτούρα – ορχηστρική μουσική, με στοιχεία από τον ελληνικό παραδοσιακό και λαϊκό μας πλούτο σε επίπεδο ρυθμικής και μελωδικής ανάπτυξης.
Τα λυρικά του θέματα, όταν αυτά υπάρχουν, βασίζονται συνήθως στα έργα διάσημων Ελλήνων ποιητών.
Με λίγα λόγια, “έντεχνο” εννοούμε την Λόγια μελοποιημένη ποίηση, που δομείται υπό το πρίσμα ακουσμάτων ενός κοσμικού, λαϊκού χαρακτήρα.
ΠΟΙ – Η – ΣΗ.
Αυτό σημαίνει πως ένα έντεχνο τραγούδι ΔΕΝ περιέχει ΡΕΦΡΕΝ και η ομοιοκαταληξία των στίχων ΔΕΝ αποτελεί προαπαιτούμενο.
Το “έντεχνο τραγούδι” με ότι συμπεριλαμβάνει ο όρος του σήμερα, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία μεγάλων διαστάσεων φανφάρα, που δεν ενδιαφέρεται διόλου για την τέχνη, ούτε και για την άποψη του κοινού για αυτήν, αλλά αρέσκεται στο μοίρασμα αναμασημένων τροφών, πλασάροντάς τις ως … γκουρμεδιές.
Με ενοχλεί πραγματικά η αίσθηση που δημιουργεί η άτυχη αυτή έννοια στο μυαλό πολλών ατόμων, εκφράζοντας επιτηδευμένα μία ψευδοανωτερότητα, η οποία αφ’ ενός δεν δύναται να τεκμηριωθεί μουσικά και αφετέρου υποβαθμίζει αυτομάτως, όσα μουσικά κομμάτια – τραγούδια και δημιουργούς, που δεν ανήκουν στο συγκεκριμένο είδος.
Το “Έντεχνο” ως είδος τραγουδιού όπως το μάθαμε από τον Μ. Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζηδάκι έχει πρωτίστως χρησιμοποιηθεί για να καταδείξει μία ηθική διάσταση στη μουσική δημιουργία, υπηρετώντας παράλληλα ένα ενιαίο αισθητικό πρόταγμα, το οποίο βρίσκεται πέρα και μακριά από τις επιταγές της αγοράς και τους συμβιβασμούς ενός … sosial icon.
Σήμερα ο όρος “Έντεχνο” κατά την ταπεινή μου γνώμη, βρίσκεται αναμφισβήτητα σε κρίση και για να έχει χρηστική αξία ο όρος αυτός, πρέπει πρωτίστως να απεκδυθεί του αξιολογικού και κριτικού του χαρακτήρα.
Για πολλούς τούτος ο όρος αποτελεί συνώνυμο του χασμουρητού, της ανεξέλεγκτης εσωστρέφειας και της επίπλαστης μελαγχολίας. Κάποιοι άλλοι βλέπουν στο έντεχνο μια κολυμπήθρα του Σιλωάμ, όπου βαφτίζονται τα πιο ετερόκλητα και αμφιβόλου αισθητικής αξίας έργα και καλλιτέχνες.
Κακώς, το “έντεχνο” κατέληξε να περιλαμβάνει περίπου το σύνολο της δισκογραφικής παραγωγής στο ελληνικό τραγούδι, από τη μουσικοστιχουργική κοινοτοπία του Μιχάλη Χατζηγιάννη μέχρι τον ορχηστρικό μινιμαλισμό της Ελένης Καραΐνδρου.
Ένας όρος λοιπόν, που δεν μπορεί να έχει μία διακριτή περιγραφική χρήση, είναι ένας άχρηστος όρος.
Βάσει όλων των παραπάνω, δεν μπορώ να δεχτώ το γεγονός ότι η “Μολυβιά” αυτό το μουσικό διαμάντι σε επίπεδο σύνθεσης και στιχουργικής των Ζέρβα και Σπυρόπουλου, τραγουδισμένο από την μέγιστη φωνή του Μανώλη Αγγελόπουλου καταχωρήθηκε στην συνείδηση του κοινού ως … σκυλάδικο και ξαφνικά, αναβαθμίστηκε σε “έντεχνο” επειδή το έβαλε στην play list του ο … Μάλαμας.
Λόγω του ότι θεωρώ, πως η Μουσική ως Τέχνη πρέπει να λειτουργεί ενωτικά και ως Επιστήμη διαδραστικά, δε νομίζω πως χωρούν ταμπέλες, δεικτικές συμπεριφορές, συκοφαντικές διακρίσεις και ρατσιστική κατηγοριοποίηση, που μόνο στόχο έχουν να διχάσουν ή να δικάσουν την ενσυναίσθηση και την αισθητική αντίληψη του καθένα μας, απ’ όποιο μετερίζι και αν αυτή πηγάζει.
Χρησιμοποιώντας τέλος, τα λόγια ενός μεγάλου μας Ακαδημαϊκού συνθέτη του Μιχάλη Γρηγορίου θα συμφωνούσα μαζί του λέγοντας πως “ό,τι είναι καλοφτιαγμένο είναι ‘έντεχνο’, ό,τι είναι κακοφτιαγμένο είναι απλούστατα ‘άτεχνο’”.
Κάθε 6, 16 και 26 και του μηνός στις σελίδες της Κουλτουρόσουπα
Τη στήλη βρίσκετε εδώ