Εντυπώσεις από τα δύο πρώτα επεισόδια της πολυαναμενόμενης σειράς της ΕΡΤ.
Μετά από αλλεπάλληλη διαφημιστική προβολή που κορύφωσε την προσμονή, η “Μεγάλη Χίμαιρα” του Μ. Καραγάτση έκανε τελικά ποδαρικό στο ERTFLIX την Πρωτοχρονιά του 2026, μαγνητίζοντας αμέσως το ενδιαφέρον του κοινού. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει το κανάλι —και δεν έχουμε λόγο να μην τα πιστέψουμε— η σειρά συγκέντρωσε ήδη 600.000 προβολές (views) μέχρι χθες, Σάββατο 4 του μηνός.
Πρόκειται για μια παραγωγή υψηλών προδιαγραφών (και φαίνεται), με τη σκηνοθετική υπογραφή κάποιου Ντένη Μαρινάκη, που αν μη τι άλλο, εντυπωσιάζει οπτικά (φωτογραφία). Ωστόσο, η αίσθηση που αφήνει η αρχή της ιστορίας είναι γλυκόπικρη.
Παρότι οι σκηνικές τοποθεσίες είναι εξαιρετικές, τα κοστούμια εποχής προσεγμένα στη λεπτομέρεια και η μουσική επένδυση δένει αρμονικά με το κλίμα, πίσω από τη “βιτρίνα”, η σκηνοθετική δομή μοιάζει να πάσχει από μια “βαριά κουλτούρα” και μια αδικαιολόγητη ασάφεια.
Τα πλάνα πηγαινοέρχονται στον χρόνο χωρίς το απαραίτητο πάθος ή την ένταση που απαιτεί ένα τέτοιο καραμπινάτο δράμα. Η απουσία βαθύ συναισθήματος είναι αισθητή, με το πρώτο επεισόδιο ειδικά να «βογκά» κάτω από το βάρος των μεγάλων παύσεων και των κενών πλάνων με τις αλλεπάλληλες ηλιαχτίδες να σκιάζουν τα παθήματα της ηρωίδας. Το ύφος φαντάζει μπλαζέ, σαν να υπάρχει ένας υπερβολικός φόβος μην προδοθεί το …ιερό κείμενο του Καραγάτση, καταλήγοντας τελικά σε μια πεζή δραματοποίηση.
Αλλά και σεναριακά, η διασκευή του Παναγιώτη Ιωσηφέλη πάσχει από ροή, φυσικότητα και ρυθμό, καθώς οι διάλογοι συχνά φαντάζουν περισσότερο “γραπτοί” παρά ζωντανοί.
Η πρωταγωνίστρια (Φωτεινή Πελούζο) πασχίζει να αποδώσει μια ηρωίδα που παλεύει με ένα σκοτεινό παρελθόν: την προδοσία του πατέρα της, ουσιαστικά δεν την αναγνώρισε ποτέ και το τραύμα της μητέρας της που ήταν πουτάνα πολυτελείας. Παρόλο που η ηθοποιός δείχνει εγκλωβισμένη, στο δεύτερο επεισόδιο αρχίζει να «λύνεται» περισσότερο με τον ρόλο, αφήνοντας να εννοηθεί πως ο αρχικός πάγος οφειλόταν μάλλον στις σκηνοθετικές οδηγίες παρά σε υποκριτική αδυναμία., θα δείξει…
Όσο για το υπόλοιπο καστ, οι εντυπώσεις είναι μοιρασμένες. Ο “μαιντανός” Ανδρέας Κωνσταντίνου, (μα και που δεν έχει παίξει ο …πολύτιμος λες και δεν υπάρχουν άλλοι ζεν πρεμιέ και φυσικά νεώτεροί του) αν και έμπειρος, μοιάζει να επαναλαμβάνει γνώριμες υποκριτικές μανιέρες που δεν βοηθούν απαραίτητα στην εξύψωση του «αριστουργήματος» και σχεδόν απαρατήρητοι περνούν Δημήτρης Κίτσος και Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, σαφώς μικρότεροι ρόλοι, αδελφός, μάνα.
Η σειρά δεν στερείται σεξουαλικών σκηνών, χωρίς βέβαια αυτές να είναι ιδιαίτερα τολμηρές “ένα μεμέ και ένα ποπό” θα δείτε όλο κι όλο, αλλά σε ποσότητα, ωστόσο το λες και καλό περιεχόμενο για δημόσια τηλεόραση. Είναι όμως αυτές οι στιγμές που λειτουργούν ως προοίμιο για τη γνωριμία της ηρωίδας με τον “Έλληνα θεό” της, ο οποίος μάλλον αποδεικνύεται δεξιοτέχνης στο κρεβάτι, αφού αυτός θα την μυήσει στους οργασμούς και την ευτυχία που απεγνωσμένα ψάχνει να βρει, δίνοντας το σύνθημα για το ξεκίνημα μιας νέας ζωής.
Για την ώρα, η «Χίμαιρα» μοιάζει αγκυροβολημένη σε λιμάνια εσωτερικής αναζήτησης που καθυστερούν τη δράση. Ωστόσο, η βελτίωση που παρατηρήθηκε στο δεύτερο επεισόδιο αφήνει μια χαραμάδα ελπίδας.
Με 4 επεισόδια να απομένουν για την ολοκλήρωση της μίνι σειράς, το στοίχημα είναι αν η ιστορία θα καταφέρει να αποτινάξει την «κουλτουριάρικη» απάθεια και να βρει το πάθος που της αξίζει. Δεν το πιστεύω αλλά ας το δούμε..








