Η Φιλιώ και η Κατερίνα πάνε θέατρο
Γράφει η Νέλη Βυζαντιάδου για την Κουλτουρόσουπα
‘Τα Στενά Παπούτσια’. Ούτε που θυμάμαι πότε είχα διαβάσει για πρώτη φορά αυτό το έργο της Ζωρζ Σαρή. Αυτό που θυμάμαι, όμως, είναι ότι με είχε συγκινήσει γιατί μου είχε θυμίσει τα καλοκαίρια που είχα περάσει, όταν ήμουν παιδί, στη Χαλκιδική. Τα πρώτα χρόνια παραθερίζαμε στα Νέα Πλάγια και μετά, για πολλά και διαδοχικά χρόνια, περνούσαμε ένα μεγάλο μέρος του καλοκαιριού στην Ουρανούπολη. Ανυπομονούσα να επισκεφτώ το χωριό που αν και δεν ήταν χωριό μου με την έννοια του τόπου ιδιαίτερης καταγωγής το ένιωθα σαν δικό μου μέρος. Περίμενα να συναντήσω τους ‘φίλους του καλοκαιριού’, όπως τους αποκαλούσα, μια που δεν τους έβλεπα μέσα στον υπόλοιπο χρόνο. Οι εβδομάδες εκείνες είχαν κάτι ξεχωριστό και σίγουρα μια ανεμελιά διαφορετική από αυτήν της πόλης. Σε εκείνη την εποχή ταξίδεψα παρακολουθώντας αυτό το έργο στο Κολοσσαίον με τη συντροφιά της αγαπημένης μου Φιλίτσας. Ταξίδεψα στα δικά μου καλοκαίρια και θυμήθηκα όλα αυτά που υπήρχαν τότε και δεν υπάρχουν σήμερα ή υπάρχουν με διαφορετικό τρόπο για τα σύγχρονα παιδιά.
Ρωτώ τη θεατρολόγο Αθανασία Καλογιάννη, που υπογράφει σκηνοθετικά την παράσταση, να μου πει τι υπήρχε, κατά τη δική της γνώμη, σε εκείνα τα καλοκαίρια που δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν τα παιδιά του σήμερα. Η ίδια πιστεύει ότι υπήρχε περισσότερος ‘απρογραμμάτιστος χρόνος’. Χώρος για παρατήρηση, χρόνος για να μην κάνεις τίποτα ή, για παράδειγμα, να χτίζεις ένα σπιτάκι από πέτρες. Χρόνος για το τίποτα – που τελικά γεννά τα πάντα. Σήμερα τα παιδιά έχουν περισσότερα ερεθίσματα, αλλά λιγότερο χρόνο και χώρο να τα επεξεργαστούν. Επίσης υπήρχε μια πιο άμεση επαφή με το φυσικό περιβάλλον και τους άλλους. Οι σχέσεις δοκιμάζονταν στο παιχνίδι, στη συνύπαρξη, όχι μέσα από οθόνες. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σημερινά παιδιά δεν έχουν εμπειρίες – απλώς είναι διαφορετικής φύσης. Και ίσως πιο μοναχικές.
Πόσο δίκιο έχει, σκέφτομαι. Θέλω πολύ να μάθω τι ήταν αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον της και αποφάσισε να σκηνοθετήσει τη συγκεκριμένη παράσταση όπως επίσης τι διαπίστωσε κατά τη διάρκεια ανάγνωσης των κειμένων. Τι γινόταν μέσα της όσο έστηνε τις εικόνες στο μυαλό της και στη σκηνή; ‘Η επαφή μου με τα ‘Στενά Παπούτσια’ είχε κάτι πολύ άμεσο και βιωματικό. Δεν ένιωσα ότι διαβάζω ένα ‘κλασικό’ έργο αλλά ότι παρακολουθώ μια ζωντανή εμπειρία ενηλικίωσης που συμβαίνει τώρα. Αυτό που με κέντρισε ήταν η αλήθεια με την οποία η Σαρή μιλά για τη μετάβαση, χωρίς δραματοποιήσεις, αλλά ούτε την αποστασιοποιημένη ματιά ενός ενήλικου ατόμου. Δίνει το λόγο στους χαρακτήρες της. Κατά τη σκηνοθετική διαδικασία συνειδητοποίησα πόσο σωματική είναι αυτή η ιστορία. Δεν αφορά μόνο σκέψεις και συναισθήματα, αλλά και το σώμα που αλλάζει, που δεν χωρά πια ‘εκεί που χωρούσε’. Έτσι και οι εικόνες της παράστασης χτίστηκαν πάνω σε αυτήν την αίσθηση: μια διαρκής κίνηση, μια ελαφριά ασφυξία που γίνεται τελικά άνοιγμα’, απαντά.
Φέρνω ξανά στο μυαλό μου τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων. Ήμουν λοιπόν κι εγώ, κατά κάποιον τρόπο, ‘πρωταγωνίστρια’ μιας ιστορίας, της δικής μου ιστορίας όπως πρωταγωνιστής στα ‘Στενά Παπούτσια’ ήταν ο Παναγιώτης. Ο Παναγιώτης που θα διαπίστωνε σύντομα ότι τα παπούτσια, που φορούσε και αγαπούσε, δεν θα του έκαναν πια. Ο Παναγιώτης που θα παίξει, θα τολμήσει, θα νιώσει, θα ονειρευτεί, θα ερωτευθεί, θα ‘ντυθεί γαμπρός’. Ζητώ από την κυρία Καλογιάννη να περιγράψει με τρεις μόνο λέξεις τον Παναγιώτη αλλά και τους υπόλοιπους χαρακτήρες του έργου κι εκείνη το κάνει πολύ εύκολα.
Παναγιώτης: ευαίσθητος – συναισθηματικός – ονειροπόλος
Ζωή: αυθόρμητη – φωτεινή – ανήσυχη
Σώζος: προστατευτικός – γειωμένος – σταθερός
Ειρήνη: διεκδικητική – ενθουσιώδης – πειραχτήρι
Μητέρα Παναγιώτη & Σώζου: πρακτική – αυστηρή – φροντιστική
Μητέρα Ζωής & Ειρήνης: εκφραστική – ζεστή – δοτική
Δεν είναι βέβαια μόνο τα παιδιά και οι ενήλικες που παίζουν επί σκηνής. Είναι και τα ‘στενά παπούτσια’ που λειτουργούν ως ένα εξαιρετικά δυνατό σύμβολο από την αρχή ως το τέλος. Τα ‘στενά παπούτσια’, σύμφωνα με την κυρία Καλογιάννη, είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι κάτι έχει τελειώσει – πριν ακόμη ξέρεις τι αρχίζει. Είναι αυτή η ενδιάμεση κατάσταση που δεν έχει όνομα. Δεν την ενδιέφερε να δώσει μία ερμηνεία, αλλά να αφήσει το σύμβολο ανοιχτό: άλλοτε αφορά τις συνθήκες, άλλοτε την ηλικία, άλλοτε τις σχέσεις. Είναι αυτό που μας μικραίνει ενώ έχουμε ήδη μεγαλώσει, θα πει. Και τελικά πότε μας στενεύουν τα παπούτσια, που φοράμε, και γιατί επιμένουμε να τα φοράμε; ‘Μας στενεύουν όταν αλλάζουμε, αλλά συνεχίζουμε να ζούμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Όταν οι ρόλοι, οι σχέσεις, οι επιλογές μας δεν αντιστοιχούν πια σε αυτό που είμαστε. Και τα κρατάμε γιατί είναι οικεία. Γιατί μας δίνουν μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Το άγνωστο, όσο κι αν μας καλεί, έχει πάντα ένα κόστος: πρέπει να αφήσει κάτι πίσω’, εξομολογείται.
Προσκαλώ την συνεντευξιαζόμενη να μοιραστεί μαζί μας τα σημαντικότερα μηνύματα της παράστασης αλλά και τις μεγαλύτερες προκλήσεις που συνάντησε η ίδια σκηνοθετώντας αυτό το έργο. Ξεκινώντας από το πρώτο παραδέχεται ότι τα βασικότερα μηνύματα που περνά η παράσταση ‘Τα Στενά Παπούτσια’ είναι ότι η μετάβαση είναι αναπόφευκτη και συχνά άβολη. Ότι το μεγάλωμα δεν είναι γραμμικό, αλλά γεμάτο μικρές ρωγμές και ανακαλύψεις. Και κυρίως ότι η φιλία, όταν είναι αληθινή, μπορεί να αντέξει τις αλλαγές. Δεν μένει ίδια αλλά βρίσκει νέους τρόπους να υπάρχει. Όσο για τις προκλήσεις που συνάντησε τονίζει ότι ήταν η ισορροπία. Δούλεψε προς την κατεύθυνση να μη γίνει το έργο νοσταλγικό με έναν εύκολο τρόπο, αλλά ούτε και αποστειρωμένο. Να διατηρηθεί η αθωότητα χωρίς να χαθεί η πολυπλοκότητα. Επίσης το να δουλέψουν με ηθοποιούς που καλούνται να επιστρέψουν σε μια ηλικία χωρίς να την ‘παίξουν’. Να την θυμηθούν με ακρίβεια.
Κι αν ήταν να διαλέξει την πιο δυνατή σκηνή, έτσι όπως τη βίωσε, ποια θα ήταν αυτή; Ο αποχαιρετισμός της κυρίας Ελένης με τον Παναγιώτη, λέει. Είναι μια σκηνή χωρίς μεγάλη κορύφωση, έντονη δράση ή πυκνό διάλογο. Αλλά οι σιωπές είναι εκκωφαντικές και η ‘λύτρωση’ είναι αυτή που κάνει πολλούς θεατές να δακρύζουν από χαρά.
Φτάνοντας στο τέλος αυτής της συνομιλίας, περιμένω να μας αφηγηθεί μια εμπειρία με θεατή που θα της μείνει αξέχαστη. ‘Ένα παιδί μου είπε μετά την παράσταση: ‘Δεν κατάλαβα ακριβώς γιατί, αλλά ένιωσα κάτι περίεργο εδώ’ και έδειξε το στήθος του. Είναι σαν να πέτυχε η παράσταση τον σκοπό της: να μιλήσει στο συναίσθημα των παιδιών’, δηλώνει.
Με το που τελείωσε το έργο, χειροκροτήσαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, με την ψυχή μας. Η κυρία Καλογιάννη ανέβηκε στη σκηνή, σχεδόν χορεύοντας, και μας ευχήθηκε, μεταξύ άλλων, να φοράμε ‘φαρδιά, πολύ φαρδιά παπούτσια’. Μου έμεινε αυτή η ευχή. ‘Είναι μια ευχή ελευθερίας. Να μπορούμε να μεγαλώνουμε χωρίς να πιεζόμαστε να χωρέσουμε σε κάτι που δεν μας ταιριάζει. Να αφήνουμε χώρο στον εαυτό μας και στους άλλους. Για αλλαγή, για λάθη, για εξέλιξη. Τα ‘φαρδιά παπούτσια’ δεν είναι άνεση. Είναι αποδοχή των αναγκών μας’, τονίζει.
Μαζί με την ευχή να μεγαλώνουμε χωρίς να πιεζόμαστε να χωρέσουμε σε κάτι που δεν μας ταιριάζει, σας εύχομαι να βρούμε το δρόμο που θα οδηγήσει στη δική μας Ανάσταση, την Ανάσταση της ψυχής μας και την έξοδο από το σκοτάδι στο φως. Όσο για εμάς θα τα πούμε ξανά μετά το Πάσχα!
Η Φιλιώ και η Κατερίνα πάνε θέατρο και τους αρέσει πολύ!






.jpg)












