Η Μιλάντα Σαρικιαχίδου διάβασε και σχολιάζει για τη Κουλτουρόσουπα
Ανάμεσα στο ρεαλισμό και τη ψυχογραφία ακροβατεί το μυθιστόρημα της Βέρας Φραντζή ¨Η Πωλήτρια¨, προκαλώντας βαθύ προβληματισμό, ανοίγοντας πληγές που έχουν καταχωνιάσει οι millennials, η γενιά της οποίας τα όνειρα κι οι πολλά υποσχόμενες σπουδές, χτυπήθηκαν αλύπητα από την οικονομική κρίση. Σαν millennial λοιπόν κι εγώ ταυτίστηκα.
Βρισκόμαστε στην Ελλάδα του 2009 όπου μια νεαρή κοπέλα, πτυχιούχος της Ανωτάτης, η Λίνα Λάμπρου, εργάζεται ως πωλήτρια και εκπαιδευόμενη για τη θέση της υπεύθυνης σε ένα κατάστημα ρούχων μιας πολυεθνικής εταιρείας στην Αθήνα. Η ζωή της ισοπεδώνεται μέσα σε ένα εργασιακό περιβάλλον που υπενθυμίζει την αναλωσιμότητα του υπαλλήλου και συνθλίβεται μέσα στον κυκεώνα των κοινωνικών αλλαγών και των στερεοτύπων για το φύλο της.
Η συγγραφέας σε μονολόγους της ηρωίδας μεταφέρει μια εργασιακή ρουτίνα γνώριμη σε όσους ακολουθούν το συγκεκριμένο επάγγελμα. Οι περιγραφές, οι διάλογοι, η εργασιακή ιεραρχία και εν τέλει η απελπισία του πράγματος, να σκύβεις το κεφάλι σε κάθε τραγελαφική παρατήρηση, να επαναλαμβάνεις καθημερινά τις ίδιες ακριβώς πράξεις με ουδεμία απόκλιση, κανένα αυτοσχεδιασμό, είναι τόσο ζωντανές που αισθάνεσαι καθώς διαβάζεις την ασφυξία.
Έπειτα το κοινωνικό στίγμα του να είσαι πωλήτρια (άρα αποτυχημένη) και γυναίκα η οποία καλείται να ακολουθεί τις επιλογές του συντρόφου, τις ορέξεις, να φαίνεται πάντα πρόθυμη, ευχάριστη. Πόσο οικείες εικόνες, τις οποίες συνεχίζουμε να βλέπουμε και το 2026. Απαραίτητο να την επαινεί η οικογένεια του καλού της, να ταιριάζει στις φιλικές παρέες, να ντύνεται μελετώντας τη λεπτομέρεια ώστε να αρέσει τόσο.
Ετσι θίγονται ανοιχτά θέματα κοινωνικά. Στόχος της συγγραφέα είναι να καταδείξει τη σαπίλα που υποδουλώνει την ανθρώπινη έκφραση, μετατρέποντάς την σε ένα άβουλο υποχείριο ενός σκληρού και απρόσωπου καταναλωτικού συστήματος όπου όλα παγιώνονται σε μια κατάσταση φρενήρη. Παραμερίζοντας ανθρώπινα αισθήματα και βουλές, επιδιώκοντας να μετατρέψει τους ήρωες σε μηχανές και σε άβουλα, αναλώσιμα και άψυχα όντα.
Η γλώσσα ωμή, απόλυτα ρεαλιστική και σκληρή, κατάλληλη να θίξει και να σατιρίσει. Ταυτόχρονα όμως και λυρική, ώστε να θυμίσει ότι πρόκειται περί λογοτεχνίας.
Όσοι με ακολουθούν γνωρίζουν ότι τείνω προς τη ξένη πεζογραφία. Ενίοτε όμως επιλέγω και ελάχιστα βιβλία για να συνέλθω με τη πραγματικότητα της Ελλάδας. Το παρόν ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα με αποζημίωσε στο έπακρο.
⭐ Βαθμολογία: 4 / 5
Πληροφορίες για το βιβλίο εδώ






