«Βάλε ρε μάνα έναν καφέ να τα πούμε!» Από την Πίτσα Στασινοπούλου
Και που ‘σαι… φτιάξτον διπλό και μερακλίδικο! Και μη ρωτήσεις πάλι «όπως τον πίνεις πάντα;» Ναι ρε μάνα! Μπορεί να άλλαξα τα πάνω- κάτω, αλλά ο «σκέτος ελληνικός» παραμένει σταθερή αξία κοντά μισόν αιώνα ! Κι όσο εσύ τον φτιάχνεις, εγώ θα τακτοποιήσω στο περβάζι το κυκλάμινο, θα του ρίξω και νεράκι, μην ανησυχείς. Να κάνει παρέα με τα άλλα 7 που έχεις, με όλων των λογιών τα χρώματα. Το αγαπημένο σου. «Βλέπω τα ζωντανά του χρώματα μέσα στο καταχείμωνο κι αναθαρρεύω…» Λίγο είναι;
– Δεν χρειαζόταν να ξοδευτείς… έχω τόσα κυκλάμινα, φωνάζεις απ’ την κουζίνα.
– Ε καλά, δεν χρεώθηκα και με δάνειο! Πώς δηλαδή θα σου έλεγα τα «χρόνια πολλά» που γιορτάζεις; Με αντίδια ή με σέσκουλα;
-Ααααχ… πέστο ψέματα! Να ‘χαμε τώρα μια κατσαρόλα σέσκουλα! Αλλά… τί λέω η ξεμωραμένη. Αφού έχω το ρημάδι το έντερο… ανάθεμά το!
–Είχα γράψει και καρτούλα… τη διάβασες;
-Τη διάβασα, τη διάβασα… ωραία γράφεις, αλλά τί να το κάνεις! Χαμένη πήγες… θα ‘ σουν τώρα μια καθηγήτρια, μήνας μπαίνει- μήνας βγαίνει, με το μισθό σου, τις διακοπές σου, να σε βλέπει και το σπίτι σου, να μη κοψομεσιάζεσαι, αλλά εσύ πήγες και μπλέχτηκες… Πού μυαλό!
Σε αυτό το σημείο η κόπια της κασέτας (δεκαετίας ‘80) από την απίστευτη πολυχρησία έχει φθαρεί ανεπανόρθωτα και από τα πολλά «τριξίματα»… μόλις μετά βίας ακούγεται. Απλά, πατώ το κουμπί του ΣΤΟΠ για να μην υποφέρουν τα αυτιά μου και προχωρώ στα παρακάτω. Όχι ότι παρακάτω έχουν γραφεί «νέα επεισόδια», αλλά εγώ κάνω την απόπειρα πάντα με κρυφή ελπίδα για μια κρυμμένη έκπληξη… Η δική μου μανούλα είναι λίγο… περίεργο φρούτο!
-Κοίτα μαμά… τώρα βρίσκεσαι στο Νο 9. 876. Μόλις συμπληρώσεις 10.000 επαναλήψεις, κερδίζεις ταξίδι στην εξωτική Σαμοθράκη, να δεις και τους δικούς σου. Μέχρι εκεί φτάνει η χορηγία. Με το ρυθμό που το πας, σε βλέπω το καλοκαίρι να λιάζεσαι στα Θέρμα…
-Καλά, από εξυπνάδες πια, χορτάσαμε! Χαϊρι δεν βλέπω! Και τί ταξίδια μου τσαμπουνάς… δεν βλέπεις τα χάλια μου;
– Ποια χάλια καλέ; Μέχρι που σε ξαναπαντρεύω!
– Άσε τις κρυάδες, μιλάω σοβαρά. Δεν μου έφθανε ο συρφετός που έχω, τώρα με βρήκε και το έντερο! Συνέχεια στην τουαλέτα… άσε που δεν κατεβαίνει μπουκιά… τρέμουν τα πόδια μου… άσε και τον καταρράκτη που πρέπει να κάνω λέιζερ… αμ η δερματίτιδα, που όταν με πιάνει γίνεται η μούρη μου σαν της μαϊμούς τον κώλο… κι οι κερατάδες στο ΙΚΑ να μη γράφουν τις εξετάσεις… ο ρευματολόγος πάλι μου άλλαξε τα χάπια, με πείραξαν στα νεφρά… και η ζημιά στη μέση ξέρεις από τί είναι; Από την κορτιζόνη, αλλά μπορώ χωρίς κορτιζόνη, δεν μπορώ! Ο άλλος μου αύξησε τα χάπια για το ζάχαρο κι έκανα υπογλυκαιμία, τρεμούλα να δεις! Α, μη ξεχαστώ με τη κουβέντα, είναι ώρα να πάρω το χάπι της πίεσης…
–
Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ. Μια περήφανη κοκέτα που δεν διανοούνταν να βγει στην αυλή χωρίς κραγιονάκι… που πριν εγχειριστεί ο μεγάλος της καημός ήταν που δεν πρόλαβε να βάψει τα ποδόνυχα… πρώτη στην κουζίνα – και μιλάμε για ατέλειωτους «μυστικούς δείπνους»… πρώτη στο χωρατό… πρώτη στο τραγούδι… πρώτη στο χορό… Ένα περήφανο άλογο κούρσας, σπάνιας ράτσας. Προορισμένο να τερματίζει ποντάροντας στη νίκη… κι αν δεν τη κατακτούσε, μια φορά τον θαυμασμό τον είχε στο τσεπάκι! Τίναζε με αξιοπρέπεια τη χαίτη και με παροιμιώδη ψυχραιμία κάλπαζε για την επόμενη… Μια ήρεμη δύναμη που ακόμα καταγράφουμε την κρυμμένη ισχύ και τρίβουμε τα μάτια από τα νούμερα στο κοντέρ… Που στο κεφάλαιο «αγάπη για ζωή» χτύπησε κόκκινο κι ακόμα ανεβαίνει.
Όχι, η δικιά μου η μάνα δεν ήταν η «γλυκειά μανούλα» με τις αγκαλίτσες, τα φιλάκια, τα κανακέματα, τα «σαλιαρίσματα», όπως τα ‘λεγε… ήταν ένας βράχος από γρανίτη να ακουμπήσεις στέρεα, με χαραγμένες αξίες δικές της απαράβατες, που έκρυβε το δάκρυ, ξόρκιζε με χωρατά τη λύπη, τραγουδούσε με φωνή κελαρυστή και χόρευε χωρίς σταματημό… κι έφτιαχνε «μαντί» να γλύφεις τα δάχτυλα και κατσικάκι γεμιστό, που… ράγιζε καρδιές! Άσε που αλώνισε τον μισό πλανήτη, τους απανταχού συλλόγους, χορωδίες, χοροεσπερίδες, έκανε φίλες τις μισές συνομήλικες της πόλης, διάβασε όλη τη δημοτική βιβλιοθήκη και όχι μόνο… Έχοντας ρίξει δουλειά νοικοκυριού για 5 ζωές και έχοντας αναστήσει «με τα όλα τους» 4 παιδιά, 8 εγγόνια και πρόλαβε και 3 δισέγγονα!
Μόνο που ο βράχος τώρα λύγισε… ο γρανίτης φαγώνεται από λογής σαράκια με περίεργα ιατρικά και χημικά ονόματα… ο καλπασμός του περήφανου αλόγου έπαυσε, η χαίτη μάδησε, παροπλίστηκε πονεμένο… Έλα όμως που είναι… σπάνιας ράτσας! Το μαρτυράει η σπίθα στο γαλάζιο βλέμμα, η οικεία αγαπημένη γκρίνια, οι θανατηφόρες ατάκες, το πνιχτό γέλιο… το κραγιονάκι στο καταβεβλημένο πρόσωπο. Και τα κουλουράκια πορτοκαλιού, βρέξει- χιονίσει, στο γνωστό ταπεράκι, δίπλα στο γλυκό πραούστι. Και παραδίπλα η άψογα τακτοποιημένη πυραμίδα των κουτιών φαρμακείου με το περίτεχνο κουτάκι των πολύχρωμων χαπιών. Περασμένα όλα σε λίστα ακριβείας ανά πάθηση/ δοσολογία/ ώρα, συν τις περιστασιακές αλλαγές. Την οργανωτική τάξη της μανούλας θα ζήλευαν πολλοί τεχνοκράτες! Η δε λίστα για ψώνια με τις ευφάνταστες σημειώσεις ανά προϊόν σε άψογη πολυτονική γραφή, θα μπορούσε άνετα να στηρίξει κείμενα επιθεώρησης με εγγυημένη επιτυχία!
–Άσε τις αρρώστιες τώρα μαμά… Σήμερα γιορτάζεις!
–Βρε εγώ να τις αφήσω… αυτές δεν μ’ αφήνουν! Καταλαβαίνει η αρρώστια από γιορτές; Άμα ήταν έτσι να γιόρταζα κάθε μέρα… Και σου έχω πει χίλιες φορές μη φοράς αυτές τις μπλουζάρες, σε παχαίνουν! Δεν μου λες, εσύ κατέβασες πρωί- πρωί μισό βάζο γλυκό; Καλά το κατάλαβα! Και κόψε λίγο το μαλλί, δεν το βαρέθηκες τόσα χρόνια; Κοίτα να πάρεις και τηλέφωνο στη θεια σου, όλο ρωτάει για σένα, ντροπή πια που αποκόπηκες… αλλά έτσι ήσουν πάντα, μονόχνωτη. Άνοιξε και το παράθυρο, έχεις ντουμανιάσει… πότε πια θα το κόψεις το βρωμοτσίγαρο; Α, μη ξεχάσω έχω κάτι φουλάρια που δεν φοράω, να στα δώσω. Όλο δώρα μου κουβαλάνε.. τί να τα κάνω; Μήπως μπορώ να πάω και πουθενά; ‘Τις προάλλες η Δάφνη με σταύρωνε να πάμε με την παρέα για πίτσα… Βρε είσαι με τα καλά σου, της λέω… Δε βλέπεις τα χαϊρια μου; Ξεκούτιανες; Αλλά τί ανάγκη έχει αυτή… ούτε πίεση τη βρήκε! Και η σύνταξη βαρβάτη… τί να πω εγώ με τα ψίχουλα; Που μου τα τρώνε οι γιατροί. Θέλω η έρμη να δώσω κάτι παραπάνω στα εγγόνια που καίγεται η ψυχή μου, αλλά δε φτουράνε τα ρημάδια. Ας όψονται οι φωστήρες που κακό χρόνο να ‘χουν οι αχαίρευτοι… Δεν σου είπα και το άλλο…
– Έχει κι… άλλο βρε μαμά; Όλα τα απόσωσες!
–Δεν σου είπα ευχαριστώ για το λουλούδι και την καρτούλα… με έκανες να κλάψω, αλλά δεν ήθελα να το δεις. Και δεν σου είπα «χρόνια πολλά» που γιορτάζεις κι εσύ.
-Μου το είπαν τα παιδιά μου… το δικό μου «ευχαριστώ» σε σένα, είναι γραμμένο σε κείνη την καρτούλα… έτσι όπως το ένιωθα… οι γραμμένες λέξεις μου βγαίνουν πιο εύκολα απ’ τα λόγια..
– Άσε, ξέρω ότι έκανα λάθη… ίσως τώρα σαν μάνα κι εσύ, μπορείς και καταλαβαίνεις…
– Ναι, είναι αλήθεια. Αυτό που δεν αλλάζει είναι ότι το δένδρο πορεύεται και μαθαίνει να αγαπά τις δικές του, ξεχωριστές ρίζες. Και τις θέλει δυνατές, αλλιώς κλονίζεται… καταλαβαίνεις μαμά;
–Καταλαβαίνω κόρη μου… Όμως κάνουν κι οι ρίζες τον κύκλο τους, αλλά έννοια σου… αφήνουν γερά παράρριζα να συνεχίσει η ζωή. Πάντως θα τη φυλάξω την καρτούλα σαν τα μάτια μου, ξέρεις πού… Πιάσε τώρα ένα κουλουράκι πορτοκαλιού, πάει με τον καφέ, σαν να με έπιασε μια λιγούρα…Χτες τα έφτιαξα. Να μου πεις και τα δικά σου, σε πήρα απ’ τα μούτρα…
–
Η ΔΙΚΗ μου μαμά… ένα ξεχωριστό «φρούτο» με γεύση υπέροχα μοναδική, σαν όλες τις γεύσεις που «μοσχοβολούν» οικειότητα μέχρι το μεδούλι.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΑΜΑ!
.
ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ:
Φωτογραφικό υλικό