Το να λες ψέματα είναι ένα υπέροχο πράγμα επειδή σε οδηγεί στην αλήθεια, όπως υποστήριξε ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Και την αλήθεια τη θέλουμε όλοι. Ή τουλάχιστον αυτό δηλώνουμε. Δεν είναι πάντως λίγες οι φορές που το να πούμε μια αλήθεια είτε στον εαυτό μας είτε στους άλλους φαντάζει ως κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Παρόλο που λέμε πως θέλουμε την αλήθεια, δεν την αντέχουμε εύκολα ούτε όταν πρόκειται να την πούμε ούτε όταν την ακούμε. Γι’ αυτό επιλέγουμε να πούμε ψέματα γνωρίζοντας πως μια τέτοια επιλογή εμπεριέχει πολλούς κινδύνους. Τι είναι άραγε ψέμα και τι δεν είναι;
Για τη δημοσιογράφο – συγγραφέα Μάγδα Κισσούδη το ψέμα δεν έχει καμία σχέση με την αλήθεια. Όταν κάποιος γνωρίζει ότι αυτό, που λέει, δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα και παρουσιάζει μια ψευδή εικόνα των πραγμάτων, τότε ψεύδεται. Για την ίδια, όμως, υπάρχουν δύο μορφές ψέματος. Τα σοβαρά και τα αθώα ψέματα. Τα σοβαρά που λέγονται με σκόπιμη εξαπάτηση των άλλων και μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα και τα αθώα ψέματα που λέγονται από ευγένεια για να μην προσβάλλουν ή για να αποφευχθούν δυσάρεστες καταστάσεις που θα επηρεάσουν τη σχέση των ανθρώπων. Στα ψέματα θα μπορούσε να ενσωματώσει και την απόκρυψη της αλήθειας, δηλαδή όταν γνωρίζουμε την αλήθεια αλλά δεν τη λέμε και σιωπούμε για διάφορους λόγους. Όταν εξυπηρετείται κάποιος καλός σκοπός, τότε για την κυρία Κισσούδη δεν θεωρείται ψέμα.
Γιατί λέμε ψέματα; Τι απαντά σε αυτό το ερώτημα ένας επαγγελματίας ψυχικής υγείας;
Ο ψυχοθεραπευτής – ψυχοδραματιστής Clark Baim εξηγεί πως λέμε ψέματα προκειμένου να αποφύγουμε να αναλάβουμε ευθύνες, για να παρουσιάσουμε ένα καλό πρόσωπο προς τα έξω, να εξαπατήσουμε, να κλέψουμε, να αποκτήσουμε κυριαρχία απέναντι σε κάποιον άλλον, να χειριστούμε τους γύρω μας, να αποφύγουμε μια άβολη αλήθεια ή να μην πληγώσουμε κάποιον. Μπορούμε να λέμε ψέματα στους άλλους όπως επίσης και στον εαυτό μας. Υπάρχουν διαφορετικές διαβαθμίσεις στα ψέματα που λέμε, διαφορετικά επίπεδα συνειδητότητας των ψεμάτων που λέμε, διαφορετικοί λόγοι για τους οποίους λέμε ψέματα και διαφορετικές συνέπειες. Όσο για το αν υπάρχουν ή όχι αθώα ψέματα, ισχυρίζεται ότι υπάρχουν μικρά, ‘αθώα’ κοινωνικά ψέματα που ενδέχεται να πούμε ώστε να αποφύγουμε να πληγώσουμε τα συναισθήματα κάποιου ή για να κρατήσουμε καλή τη διάθεσή του. Μπορεί, για παράδειγμα, να μιλήσουμε με υπερβολικό ενθουσιασμό για τη νέα σύντροφο ενός φίλου μας, ή για τη δουλειά που επέλεξε ή για μια καινούργια καλλιτεχνική δημιουργία με στόχο να βοηθήσουμε το φίλο μας να νιώσει καλά με τον εαυτό του αλλά και για να διατηρήσουμε τη φιλία μας. Αν ξέρουμε, επίσης, ότι ένα παιδί μπορεί να συγκλονιστεί από μια είδηση, θα φροντίσουμε να την παρουσιάσουμε μέσα από μια ιστορία που θα έχει στοιχεία φαντασίας ώστε να το βοηθήσουμε να χωνέψει την αλήθεια ευκολότερα. Το ίδιο ακριβώς, ως διαδικασία, μπορεί να ισχύει για ευάλωτους έφηβους, ενήλικες ή ανθρώπους με ζητήματα ψυχικής υγείας.
Μήπως τελικά το ψέμα είναι ο πιο βολικός και, για πολλούς, ασφαλής τρόπος επικοινωνίας; ‘Είναι αλήθεια ότι πολλοί άνθρωποι δηλώνουν πως εκτιμούν την ειλικρίνεια, αλλά στην πράξη επιλέγουν, συχνά, το ψέμα γιατί είναι πιο βολικό. Ίσως η επιλογή αυτή να είναι ασυνείδητη και να γίνεται από συνήθεια. Το ψέμα επιτρέπει σε κάποιον να αποφύγει δύσκολες συζητήσεις, να καλύψει λάθη ή να διατηρήσει μια ψεύτικη εικόνα προς τα έξω. Αυτή η ευκολία, όμως, δείχνει έλλειψη ωριμότητας και υπευθυνότητας. Πολλές φορές ο φόβος της αντιμετώπισης της πραγματικότητας οδηγεί τους ανθρώπους στο να λένε ψέματα. Η ειλικρινής επικοινωνία απαιτεί θάρρος, σεβασμό και διάθεση να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες των λόγων μας. Δυστυχώς πολλοί άνθρωποι αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την αλήθεια και επιλέγουν να ζουν μέσα στο ψέμα αλλοτριώνοντας τον ίδιο τους τον εαυτό. Επομένως, μπορεί να είναι ένας ‘πιο εύκολος τρόπος’ επικοινωνίας για κάποιους, αλλά δεν είναι ο πιο έντιμος ούτε ο πιο αξιόπιστος και σίγουρα έχει κόστος’, παραδέχεται ο χορευτής-χορογράφος Νικόλας Καζάκος.
Η αποκάλυψη ενός ψέματος οδηγεί στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας μας και κυρίως σε ρήγμα στην εμπιστοσύνη της ίδιας της σχέσης. Από τη στιγμή που θα αποκαλυφθεί ένα ψέμα, ο άλλος θα αναρωτιέται αν όλα όσα είχε ακούσει ως εκείνη τη στιγμή ήταν αληθινά ή όχι. Θα χρειαστούν πολλές προσπάθειες για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και να επανέλθει η ισορροπία στη σχέση και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτός, που είπε ένα ή περισσότερα ψέματα, μετατρέπεται σε θύμα αυτού που δέχθηκε το ψέμα και με τη σειρά του έγινε θύτης. Πώς αντιδρά, όμως, κάποιος όταν ανακαλύπτει ότι του έχουν πει ψέματα; Η πρώτη σκέψη του κυρίου Καζάκου δεν αφορά, συνήθως, μόνο το ίδιο το ψέμα αλλά και τον λόγο που έχει ειπωθεί. Το ψέμα, κατά τη γνώμη του, υποτιμά τη νοημοσύνη και την εμπιστοσύνη που έδειξε ο άλλος. Δημιουργεί την αίσθηση ότι ο άλλος προτιμά την ευκολία της παραπλάνησης αντί της ειλικρίνειας. Εξαρτάται φυσικά από πού προέρχεται, αν είναι στο εργασιακό ή κοινωνικό του περιβάλλον, το αντιμετωπίζει με άλλη βαρύτητα από ό,τι θα έκανε αν ήταν σε προσωπικό επίπεδο. Σε προσωπικό επίπεδο η απογοήτευση είναι, συχνά, μεγαλύτερη από τον θυμό γιατί καταλαβαίνει ότι η σχέση στηρίχθηκε σε κάτι λιγότερο ειλικρινές από όσο νόμιζε. Φυσικά, όλοι μπορούν να κάνουν λάθη, αλλά η συνεχής ή συνειδητή χρήση του ψέματος δείχνει έλλειψη αξιοπιστίας. Η εμπιστοσύνη κερδίζεται δύσκολα και χάνεται εύκολα. Αν, λοιπόν, επιλέγει κανείς το ‘εύκολο ψέμα’ αντί της ‘δύσκολης αλήθειας’ δύσκολα χτίζει σχέσεις με βάσεις.
Θέλω βέβαια να μάθω τι γίνεται όταν ο ίδιος λέει ψέματα και αυτό αποκαλύπτεται από τον άλλον. Τι μένει ίδιο και τι αλλάζει; ‘Όταν λέω ψέματα, μπορεί ίσως να αισθάνομαι ότι κέρδισα χρόνο ή απέφυγα μια δύσκολη κατάσταση’, απαντά ο κύριος Καζάκος. Στην πραγματικότητα, όμως, δημιουργείται ένα πρόβλημα που αργότερα γίνεται μεγαλύτερο. Φυσικά υπάρχουν τα ‘κατά συνθήκη ψεύδη’ που φαίνεται να είναι μια πανοπλία στην εποχή που ζούμε. ‘Και πάλι έχει να κάνει με τον αποδέκτη και τη σχέση που έχω μαζί του. Η ‘πολιτική’ δυστυχώς κατατροπώνει την ειλικρίνεια αλλά εξυπηρετεί τους περισσότερους. Η ειλικρίνεια μπορεί να εκθέσει τα λάθη μας, αλλά δείχνει χαρακτήρα, θάρρος και ανδρεία. Αντίθετα το ψέμα αποκαλύπτει, συχνά, φόβο και έλλειψη ευθύνης για όσα λέμε ή κάνουμε. Προσωπικά δυσκολεύομαι αρκετά στην καθημερινότητά μου μη μπορώντας να εκφραστώ με ειλικρίνεια σε κάθε περίπτωση’, ομολογεί.
Σε αυτό το σημείο μου γεννιέται η εξής απορία: ποιος πονάει περισσότερο; Αυτός που λέει ψέματα ή ο άλλος που τα ακούει; Σύμφωνα με τον Clark Baim αυτό εξαρτάται ολοκληρωτικά από το πλαίσιο μέσα στο οποίο λέγεται το ψέμα. Ο άνθρωπος, που λέει ψέματα, ωφελείται οικονομικά, συναισθηματικά ή κοινωνικά λέγοντας ένα ‘επιτυχημένο’ ψέμα χωρίς να χρειαστεί να αναλάβει την παραμικρή ευθύνη για αυτή του τη συμπεριφορά. Μακροπρόθεσμα, όμως, αυτό δρα εις βάρος του καθώς ο ίδιος ξέρει πως έχει εξαπατήσει τους άλλους, είναι ψεύτης και δεν λειτουργεί ακολουθώντας ηθικό κώδικα.Αυτό δεν κάνει καλό στην ψυχή του. Από την άλλη ο άνθρωπος που ανακαλύπτει ότι του έχουν πει ψέματα, τον πρόδωσαν ή τον εξαπάτησαν μπορεί να το αισθανθεί όλο αυτό σαν μια μεγάλη καταστροφή και να υποστεί μακροπρόθεσμεςεπιπτώσεις που ενδέχεται να κρατήσουν μια ολόκληρη ζωή.
Σε ποια περίπτωση δικαιολογούμε ένα ψέμα και πότε όχι, αναρωτιέμαι. ‘Πίσω από ένα ψέμα υπάρχει ένας άνθρωπος που το λέει και ο σκοπός για τον οποίο το λέει. Μπορεί αυτός ο άνθρωπος να ψεύδεται για να παραπλανήσει, να κοροϊδέψει, να καταστρέψει ή να βοηθήσει, να προστατέψει, να στηρίξει. Επομένως στην πρώτη περίπτωση θα καταδίκαζα αυτόν τον άνθρωπο και το ψέμα του, ενώ στη δεύτερη θα δικαιολογούσα τη στάση του και θα στήριζα το ψέμα του. Και πώς μπορεί να δικαιολογηθεί ένα ψέμα αφού είναι ψέμα; Δικαιολογείται όταν αυτό πηγάζει από αγάπη, ευγένεια και ενσυναίσθηση. Όταν το ψέμα αποσκοπεί στην προστασία του άλλου ανθρώπου και όχι σε προσωπικό συμφέρον’, απαντά η κυρία Κισσούδη η οποία συνεχίζει λέγοντας πως νιώθει περισσότερο άσχημα όταν λέει η ίδια ψέματα παρά όταν της λένε. Νιώθει άσχημα γιατί δεν θέλει να προδοθεί η αγάπη και η εμπιστοσύνη που της έχουν ακόμα κι αν η ίδια επιλέγει να πει ένα ψέμα για να προστατέψει έναν άνθρωπο από μία αλήθεια που θα του προκαλέσει πόνο. Πάντως διαπιστώνει πως με το πέρασμα του χρόνου τα περισσότερα ψέματα τα έχει πει στον ίδιο της τον εαυτό!
Κάποιοι θα βιαστούν να πουν ότι τα ψέματα είναι γοητευτικά. Τα ψέματα μπορεί να φαίνονται γοητευτικά, αλλά στην πραγματικότητα η γοητεία τους είναι επιφανειακή, δηλώνει ο κύριος Καζάκος. Φαίνονται σαν ένας εύκολος τρόπος να αποφύγει κανείς την ευθύνη ή τις συνέπειες των πράξεών του ή και να χειραγωγήσει τους άλλους. Κάποιοι άνθρωποι λένε ψέματα για να δημιουργήσουν μια καλύτερη εικόνα για τον εαυτό τους, κρύβοντας αδυναμίες ή λάθη. Ωστόσο, αυτή η ‘γοητεία’ στηρίζεται σε μια ψεύτικη βάση. Αυτό δείχνει, συχνά, έλλειψη θάρρους ή στον αντίποδά του πονηριά. Η αλήθεια μπορεί να είναι δύσκολη και να απαιτεί υπευθυνότητα, όμως χτίζει σταθερές βάσεις σε υγιείς ανθρώπους και μόνο τότε φαίνεται η πραγματική γοητεία. Το ψέμα, αντίθετα, είναι απλώς ένας εύκολος δρόμος που τελικά αποκαλύπτει αδυναμία χαρακτήρα και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των άλλων.
Θέλω να μάθω ποιο είναι εκείνο το ψέμα που θα δυσκολευόταν να συγχωρέσει ή δεν θα συγχωρούσε. Για εκείνον το πιο δύσκολο ψέμα να συγχωρεθεί είναι εκείνο που λέγεται συνειδητά για να εκμεταλλευτεί την εμπιστοσύνη κάποιου άλλου. Όταν κάποιος γνωρίζει ότι τον εμπιστεύεσαι και παρ’ όλα αυτά επιλέγει να σε παραπλανήσει, το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ψέμα αλλά και η στάση που κρύβεται πίσω από αυτό. Ιδιαίτερα σοβαρά είναι τα ψέματα που επαναλαμβάνονται ή που χρησιμοποιούνται για να χειραγωγήσουν τους άλλους. Σε τέτοιες περιπτώσεις φαίνεται ότι το άτομο βάζει το προσωπικό του όφελος πάνω από τον σεβασμό και την ειλικρίνεια. Η συγχώρεση μπορεί να υπάρξει, αλλά η εμπιστοσύνη δύσκολα αποκαθίσταται. Κάποια ψέματα αλλάζουν τον τρόπο που βλέπουμε έναν άνθρωπο.
Από την άλλη για την κυρία Κισσούδη το ψέμα, που δεν θα συγχωρούσε ποτέ ή θα δυσκολευόταν πολύ να συγχωρέσει, θα ήταν ένα ψέμα που θα είχε μέσα του κακία, ζήλια, εκμετάλλευση, συμφέρον και σκοπό να πληγώσει. ‘Πώς να συγχωρέσω ένα ψέμα που θα προέρχεται από κάποιον, που αγαπώ και εμπιστεύομαι, ο οποίος συνειδητά με κοροϊδέψει προς όφελός του χωρίς ηθικούς φραγμούς και από καθαρό συμφέρον, δόλο, φθόνο, κακεντρέχεια, εμπάθεια. Κι αν θα τον συγχωρούσα θα το έκανα για μένα προσωπικά γιατί δεν μου αρέσει να κουβαλώ μέσα μου αρνητικά συναισθήματα για τρίτους. Η απομάκρυνση, όμως, αυτού του ανθρώπου από τη ζωή μου θα ήταν σίγουρη’, δηλώνει.
Την προσκαλώ να μας δώσει ένα λόγο για τον οποίο αξίζει να μη λέμε ψέματα κι εκείνη λέει πως πρώτος και σημαντικότερος λόγος είναι η διατήρηση της ψυχικής μας ηρεμίας. Το ψέμα, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, είναι πολύ βαρύ και βαραίνει κυρίως την ψυχή μας. Μας προκαλεί άγχος, φόβο ή ενοχές και διαταράσσει το μέσα μας φέρνοντας εσωτερική αναστάτωση. Έχει τόση δύναμη που μπορεί να περιπλέξει τη ζωή μας και να επηρεάσει αρνητικά τις σχέσεις μας με τους άλλους. Επομένως η αποφυγή του ψέματος κάνει πιο σταθερούς και ασφαλείς τους δεσμούς μας ενώ προσφέρει εσωτερική γαλήνη. Απευθύνω μια παρόμοια πρόσκληση στον κύριο Baimο οποίος τονίζει ότι το να λέμε την αλήθεια είναι γενικότερα η καλύτερη στάση ζωής καθώς όταν λέμε ψέματα στους άλλους, διαβρώνουμε τον ιστό της εμπιστοσύνης που αποτελεί τη βάση της ηθικής ζωής και των ηθικών κοινωνιών. Οι κοινωνίες που λειτουργούν καλά είναι αυτές που βασίζονται στην εμπιστοσύνη: είναι πολύ σημαντικό το να μπορούμε να εμπιστευτούμε ότι οι άνθρωποι θα συμπεριφερθούν με προβλέψιμους τρόπους και θα κάνουν αυτό που λένε ότι θα κάνουν. Αν λέμε ψέματα οποιασδήποτε σημασίας και μας ανακαλύπτουν, δεν θα μας εμπιστεύονται πλέον και με κάποιον τρόπο δεν θα μας καλωσορίζουν άλλο πια στην κοινωνία. Με άλλα λόγια το να λέμε ψέματα θα κάνει κακό τόσο σε εμάς όσο και στους άλλους. Αυτό το τελευταίο είναι ένας πολύ καλός λόγος για να συμπεριφερόμαστε με ειλικρίνεια απέναντι στους άλλους ανθρώπους.
Φτάνοντας στο τέλος αυτής της συνομιλίας φέρνω στο μυαλό μου όλους τους θεραπευόμενους που κατά καιρούς εξομολογήθηκαν, με μικρότερη ή μεγαλύτερη δυσκολία, ένα ψέμα που είπαν κάποτε ή που εξακολουθούσαν να λένε παράλληλα με τις συνεδρίες μας. Θέλει δύναμη να τολμά κανείς να μοιραστεί κάτι τέτοιο. Μόνο, όμως, αν το μοιραστεί θα καταφέρει να λυτρωθεί βγάζοντας το από μέσα του, αναλύοντας τους λόγους για τους οποίους επέλεξε να το πει και αποφασίζοντας πώς θέλει να συνεχίσει να ζει από εδώ και πέρα. Δεν είναι πάντως εύκολο για όλους να το επιχειρήσουν. Υπάρχουν κι εκείνοι που, αν και ζητούν τη βοήθεια ενός ειδικού, δυσκολεύονται να αποκαλύψουν αλήθειες ακόμα και στην ψυχοθεραπεία τους. ‘Οι περισσότεροι άνθρωποι λένε ψέματα στους ψυχοθεραπευτές τους με την έννοια του ότι αρνούνται, ελαχιστοποιούν ή δεν αναφέρουν οτιδήποτε αντιλαμβάνονται ως ανεύθυνη, παράνομη, κακοποιητική ή ντροπιαστική συμπεριφορά. Αυτό το κάνουν ακόμα και με τις σκέψεις τους. Κι αυτό συμβαίνει, συνήθως, εξ αιτίας της ανάγκης τους να έχουν τον ψυχοθεραπευτή με το μέρος τους ή προκειμένου να αποφύγουν νομικές συνέπειες. Θέλουν, επίσης, να αρέσουν στο θεραπευτή. Από την άλλη ένας θεραπευόμενος λέει ψέματα στη θεραπεία του επειδή αν παραδεχθεί αυτό που έκανε, ξέρει ότι ο θεραπευτής θα πρέπει να ενημερώσει την αστυνομία ή τους κοινωνικούς λειτουργούς. Κατά συνέπεια ψεύδεται, ελαχιστοποιεί και αποφεύγει να μιλήσει για συγκεκριμένα θέματα ή διαστρεβλώνει την ευθύνη που έχει για τις πράξεις του’, υποστηρίζει ο κύριος Baim.
Καλό είναι να θυμόμαστε ότι ένα ψέμα φέρνει μοιραία ένα επόμενο ψέμα και η διαδικασία κατασκευής και υποστήριξης ενός ψέματος έχει πολύ μεγάλο κόστος σε σύγκριση με αυτό που δίνει πίσω ως προσωρινό κέρδος. Άλλωστε αν λέμε πάντα την αλήθεια, σύμφωνα με τον Μαρκ Τουαίην, δεν χρειάζεται να θυμόμαστε τι είπαμε. Κι αυτό το τελευταίο είναι πολύ λυτρωτικό, θα προσθέσω.
Το άρθρο αυτό γράφτηκε σήμερα, Πρωταπριλιά, με αφορμή όλα τα ψέματα που είπαμε και μας είπαν από τότε που ήμασταν παιδιά μέχρι και σήμερα. Όσο για εμάς θα βρεθούμε ξανά σύντομα μέσα από ένα επόμενο άρθρο!




.jpg)

.jpg)





