Από μικρή μου άρεσε να ταξιδεύω. Για να γίνω ακόμα πιο ακριβής, από μικρή μου έμαθαν να αγαπώ τα ταξίδια κι αυτοί που μου το δίδαξαν ήταν οι γονείς μου. Τέλη της δεκαετίας του 1970 – αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν τα πρώτα οργανωμένα ταξίδια που κάναμε εντός και εκτός Ελλάδος και από τότε κάναμε τουλάχιστον 4-5 ταξίδια το χρόνο. Κάθε φορά που ξεκινούσαμε για έναν καινούργιο προορισμό, ενθουσιαζόμουν. Σε κάθε ταξίδι μάθαινα και κάτι διαφορετικό. Αυτό που σίγουρα προσέλκυε την προσοχή μου ήταν ο/η ξεναγός. Θαύμαζα τις γνώσεις που είχε, τις ξένες γλώσσες που μιλούσε, τον ενθουσιασμό με τον οποίο μας έδειχνε μέρη που ακόμα κι αν είχε επισκεφθεί πολλές φορές ξανά στο παρελθόν, ήταν σαν να τα ανακάλυπτε μαζί μας. Υπήρξε μάλιστα μια εποχή που φλέρταρα μέσα μου με την ιδέα να γίνω κι εγώ ξεναγός. Μια ιδέα που άφησα για να ασχοληθώ με την Ψυχολογία αλλά και την ηλεκτρονική δημοσιογραφία. Ποτέ, όμως, δεν έπαψα να θαυμάζω αυτό το επάγγελμα.
Γράφοντας αυτό το άρθρο αναζήτησα έναν/μία ξεναγό από τον Σύνδεσμο Ξεναγών Θεσσαλονίκης για να συνομιλήσω μαζί του/της. Κι ήταν τότε που έπεσα πάνω της. Το όνομά της με ξάφνιασε ευχάριστα. Τη Νέλυ Βαβαλέτσκου την ήξερα από τα παιδικά μας χρόνια. Μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, κάναμε βόλτες, περάσαμε μέρες της εφηβείας μας και κάπου εκεί στα φοιτητικά μας χρόνια χαθήκαμε. Χαθήκαμε χωρίς να σταματήσουμε να εκτιμάμε και να θυμόμαστε ευχάριστα η μια την άλλη. Τώρα λοιπόν, δεκαετίες μετά, θα συναντούσα τη Νέλυ ως πιστοποιημένη ξεναγό. Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη συνεντευξιαζόμενη από αυτήν. Το πρώτο που θέλησα να μάθω ήταν πώς προέκυψε η επιθυμία και η απόφαση να γίνει ξεναγός. Τι την προσέλκυσε σε αυτό το επάγγελμα. Εκείνη παραδέχεται πως στη δική της περίπτωση επρόκειτο για την προοπτική μιας δεύτερης επαγγελματικής ζωής. Μετά από την οικειοθελή της αποχώρηση από την Τράπεζα, μετά από 25 χρόνια συνεχούς εργασίας, είχε ανακαλύψει ότι οι πλήρους απασχόλησης και αξιοπρεπώς αμειβόμενες εργασίες για μια γυναίκα κοντά στα 50 ήταν ελάχιστες.
Εντελώς τυχαία είχε βρει μια προκήρυξη του Υπουργείου Τουρισμού για φοίτηση στη Σχολή Ξεναγών που μόλις θα επαναλειτουργούσε μετά από 12 τουλάχιστον έτη παύσης. Διαπίστωσε ότι πληρούσε τα κριτήρια και αιτήθηκε τη θέση φοίτησης στη Σχολή της Θεσσαλονίκης. Η απόφασή της να διαθέσει 2,5 χρόνια για φοίτηση, με υποχρεωτικές παρουσίες, πολλή μελέτη και εκπόνηση εργασιών και η γοητευτική προοπτική της κατάκτησης νέων πεδίων την κέρδισαν. Είχε βέβαια σοβαρές επιφυλάξεις για μελλοντική άσκηση του επαγγέλματος μια που δεν είχε εικόνα της συγκεκριμένης αγοράς εργασίας. Είχε ωστόσο την ανάγκη να δοκιμάσει και να προσπαθήσει έστω να αποκτήσει ένα ακόμα τυπικό προσόν σε ένα περιβάλλον που ίσως στο ελάχιστο να της έδινε μια θέση στον ευρύτερο τουριστικό τομέα (γραφεία ταξιδιών, ναυτιλιακές τουριστικές πρακτορεύσεις, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κλπ). Στην πορεία των σπουδών, όμως, ανακάλυψε από έμπειρους ξεναγούς ότι η άσκηση του επαγγέλματος δεν απέκλειε γυναίκες γύρω στα 50, το αντικείμενο ήταν εξόχως ενδιαφέρον και οι συνθήκες εργασίας αξιοπρεπείς. Χωρίς περιστροφές σήμερα καταθέτει ότι ήταν ένα συνοικέσιο που κατέληξε σε μεγάλο έρωτα!
Ποια είναι άραγε τα απαραίτητα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένας ξεναγός; Η κυρία Βαβαλέτσκου εξηγεί πως πρόκειται για μια εργασία παροχής υπηρεσιών. Μια ενδεικτική και σε καμία περίπτωση ολοκληρωμένη λίστα χαρακτηριστικών ενός ξεναγού περιλαμβάνει: οργάνωση, ευελιξία, ευρηματικότητα, υπομονή, ψυχραιμία, ικανότητα αποτελεσματικής επικοινωνίας, διακριτικότητα, αποφασιστικότητα, ευγένεια, αντιληπτική ικανότητα, προσαρμοστικότητα, εγρήγορση. Πιστεύει μάλιστα ότι όλα τα παραπάνω αποκτώνται ή αναπτύσσονται μέσα από την εμπειρία και τη χρήση των πληροφοριών που συσσωρεύει και αποκωδικοποιεί κατά την άσκηση του επαγγέλματος ο ξεναγός. Όσο για το ρόλο του ξεναγού σε ένα ταξίδι, τονίζει: ‘Ο ξεναγός είναι οικοδεσπότης. Είτε οι πελάτες είναι Έλληνες είτε αλλοδαποί, τους καλωσορίζει και τους καθιστά σαφές ότι οι ώρες ή οι ημέρες, που θα περάσουν μαζί, θα είναι αφιερωμένες στην εκπλήρωση των προσδοκιών τους. Ξεναγεί πρωτίστως αλλά ταυτόχρονα ασχολείται με μία σειρά από θέματα που δεν άπτονται γνωστικού αντικειμένου όπως για παράδειγμα να υπενθυμίζει διαρκώς τα χρονικά πλαίσια της εξέλιξης της διαδικασίας, να διευκολύνει την τακτοποίηση στα καταλύματα, τα εστιατόρια, να μεριμνά για την έγκαιρη άφιξη στον επόμενο προορισμό.
Φροντίζει, επίσης, να επικοινωνεί με το μουσείο, το ξενοδοχείο ή το εστιατόριο για να είναι ενήμεροι για την επικείμενη άφιξη και ενημερώνει το γραφείο που οργάνωσε το ταξίδι για τυχόν θέματα που προκύπτουν. Οι ταξιδιώτες ή επισκέπτες μπορεί να είναι μαθητές, προσκυνητές, μια ακαδημαϊκή ομάδα ειδικού ενδιαφέροντος ή ένα γκρουπ ετερόκλητων ταξιδιωτών. Υπάρχουν προκαθορισμένοι προορισμοί και χώροι επίσκεψης, για τους οποίους ο ξεναγός φροντίζει να κατέχει όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες που προάγουν την ιστορική, πολιτισμική αλλά και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Πέρα από τα αυτονόητα ο ξεναγός είναι ανοιχτός και ανεκτικός σε ερωτήσεις και αιτήματα που εκ πρώτης όψης μπορεί να φαίνονται ή και να είναι ασύνδετα με την ξεναγική δραστηριότητα. Για παράδειγμα η διευθέτηση υπαρκτών ή όχι θεμάτων που αφορούν στο κατάλυμα, η κατάρτιση λίστας προτεινόμενων επιλογών εστιατορίων, η καταμέτρηση των ταξιδιωτών πριν από κάθε αναχώρηση και άλλα. Πολλές φορές οι καιρικές συνθήκες ή λόγοι ανώτερης βίας επιτάσσουν αλλαγή στο πρόγραμμα. Ο ξεναγός καλείται να κάνει την αλλαγή με τον πιο ‘ανώδυνο’ και ήπιο τρόπο, αναζητώντας άμεσα και ψύχραιμα την εναλλακτική, να πείσει το κοινό ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το να παρεκκλίνουν από αυτό που ανέμεναν και ταυτόχρονα στο τέλος της ημέρας να υπάρχει θετικό πρόσημο’.
Της ζητώ να μας περιγράψει τις δυσκολίες που συναντά και πώς καλείται να τις διαχειριστεί και να τις ξεπεράσει. Ο ξεναγός είναι στη διάθεση των ξεναγούμενων διαρκώς, σύμφωνα με την ίδια. Για παράδειγμα την ώρα του φαγητού είθισται να τρώει μόνος ή με τον οδηγό. Εκείνη την ώρα είναι πολύ πιθανό ένας ή περισσότεροι ταξιδιώτες να τον πλησιάσουν γιατί έχουν κάποιο θέμα ή γιατί απλώς θέλουν να περάσουν χρόνο στην παρέα των ‘ντόπιων’. Μπορεί, επίσης, κατά την επιστροφή από ένα χώρο επίσκεψης προς το μέσο μεταφοράς, μια ομάδα να προχωρά με τον ξεναγό και να κάνει επιπλέον ερωτήσεις ή κοινωνική συναναστροφή. Σε καμία περίπτωση, συνεχίζει, δεν εκτιμάται ο ξεναγός που εξαφανίζεται στα γεύματα ή περπατά και μιλά διαρκώς στο κινητό για να μην τον πλησιάζει κανένας. Ασφαλώς υπάρχουν ευγενικοί και αποτελεσματικοί τρόποι αντιμετώπισης τέτοιων θεμάτων, που ποικίλλουν ανάλογα με τη συχνότητα, τη φύση και τη σοβαρότητα της ‘όχλησης’. Σε κάθε περίπτωση η κάθε διαδικασία στην περιήγηση ή το πολυήμερο ταξίδι για τον ξεναγό ισοδυναμεί με εργασία και όχι με διακοπές όπως πιστεύουν πολλοί φίλοι και γνωστοί του. Υπάρχουν, επίσης, μακρά διαστήματα αποχής από την εργασία. Με εξαίρεση την Αθήνα οι ξεναγοί περνούν από 3 ως 6 μήνες χωρίς ή με ελάχιστη εργασία.
Η τουριστική περίοδος για τους περισσότερους κρατά 6-8 μήνες εξαντλητικών ωραρίων και αξιοπρεπών απολαβών που πρέπει, όμως, να διαχειριστούν με τεράστια προσοχή γιατί πιθανότατα θα περάσουν τους υπόλοιπους μήνες χωρίς κανένα έσοδο. Τέλος από τα πιο σημαντικά θέματα, που πρέπει να αναφερθούν, είναι το γεγονός πως οι ξεναγοί αντιμετωπίζουν αθέμιτο ανταγωνισμό από άτομα που εμφανίζονται ως ξεναγοί χωρίς τις σπουδές και την πιστοποίηση του Υπουργείου, εργάζονται με πελάτες που κλείνουν μέσω διαδικτύου, αμείβονται χωρίς να φορολογούνται και ως εκ τούτου εμφανίζονται ως μια πιο δελεαστική εναλλακτική στο υποψήφιο κοινό μια που έχουν περιθώριο μείωσης αμοιβών.
Καλά όλα αυτά, σκέφτομαι. Έχουν υπάρξει, όσο μπορώ να θυμηθώ, ταξίδια που δεν μου άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις. Με άλλα λόγια δεν θα τα χαρακτήριζα ‘πετυχημένα’. Πότε είναι, κατά τη γνώμη της κυρίας Βαβαλέτσκου, ένα ταξίδι πετυχημένο; ‘Ένα ταξίδι είναι πετυχημένο όταν δεν αφορά μόνο το σώμα. Όταν οι ταξιδιώτες έχουν ταξιδέψει με το μυαλό, έχουν ταξιδέψει στο χρόνο, έχουν δει τους εαυτούς τους μέσα στους χώρους επίσκεψης ή έχουν βρει αναλογίες αυτών που άκουσαν με δικές τους προσλαμβάνουσες. Είναι πετυχημένο όταν ο ξεναγός βλέπει στα μάτια του κοινού το θαυμασμό ή τη σαγήνη που του προκαλεί ένα έργο τέχνης, ένα έκθεμα ή ένα αρχιτεκτόνημα. Είναι πετυχημένο το ταξίδι όταν οι ταξιδιώτες ζητάνε κι άλλες σχετικές πληροφορίες, ζητάνε τη συνέχεια και έκβαση ενός μύθου που άκουσαν, ζητάνε να συνεχιστεί η εμπειρία και μετά την απομάκρυνσή τους από τον χώρο επίσκεψης. Τέλος είναι πετυχημένο όταν μέχρι τη στιγμή του αποχαιρετισμού οι ξεναγούμενοι επανέρχονται στις εμπειρίες του ταξιδιού γιατί δεν φεύγουν οι όμορφες εικόνες από το μυαλό τους’, απαντά.
Και τι γίνεται με τους δύσκολους, απαιτητικούς ή ιδιότροπους ταξιδιώτες; Πώς τους αντιμετωπίζει; ‘Εξαρτάται από τον ξεναγό. Εννοώ από το πόσο ανθεκτικός και ανεκτικός είναι, πόσο ασφαλής στη γνώση του και άνετος επικοινωνιακά. Μια ασφαλής και δημοφιλής απάντηση πιστεύω πως είναι: ‘ο πελάτης που ξέρει ή νομίζει ότι ξέρει πολλά. Συνήθως διορθώνει, διακόπτει με ερωτήσεις και σχολιάζει μεγαλόφωνα. Αυτό δεν κρατάει πολύ καθώς ο ξεναγός που είναι καταρτισμένος και έμπειρος μπορεί να απαντήσει ξεκάθαρα και κόσμια. Επιπλέον ένας τέτοιος πελάτης σχεδόν άμεσα ‘εξουδετερώνεται’ από την ομάδα των υπόλοιπων επισκεπτών’, λέει η συνεντευξιαζόμενη.
Όση ώρα συζητάμε, αναλογίζομαι την ευθύνη αυτού του επαγγέλματος αλλά και τις χαρές που προσφέρει. Πρόκειται για ένα αξιοζήλευτο επάγγελμα, παραδέχεται η κυρία Βαβαλέτσκου. Ο ξεναγός είναι ένας πρεσβευτής, τρόπον τινά, και γι’ αυτό η συμβουλή της προς οποιονδήποτε επιθυμεί να ακολουθήσει αυτόν τον επαγγελματικό δρόμο είναι να μην ευτελίζει την ιδιότητά του μπροστά στην προοπτική εύκολων οικονομικών απολαβών δίνοντας εργαλεία σε οποιονδήποτε κινείται στο χώρο του παράνομου ή αθέμιτου τουριστικού προϊόντος. Αντιθέτως να ασκεί το επάγγελμα από αγάπη και σεβασμό για την Ελλάδα, για το ξεναγούμενο κοινό, για τον πολιτισμό και την προώθηση της Ελληνικής φιλοξενίας στα πέρατα του κόσμου. Η ίδια πάντως φαίνεται να υπηρετεί τα παραπάνω με αφοσίωση αποδεικνύοντας πως όταν κάνει κανείς κάτι με αγάπη, το κάνει και καλά. Κι αυτό που ομολογεί είναι πως θεωρεί μεγάλη τιμή να διευκολύνει τους ταξιδιώτες να αγαπήσουν τους συμπατριώτες μας, τις ιδέες μας, αυτό το μεγαλείο που ξεπερνά το χρόνο και το χώρο και που αποδεδειγμένα είναι ψηλά πάντα στις επιλογές των ταξιδιωτών από όλα τα μέρη του κόσμου.
Οι εμπειρίες της πολύτιμες. Της ζητώ να μοιραστεί μαζί μας μια από τις πολλές που της έχει μείνει αξέχαστη. Κι εκείνη το κάνει με χαρά: ‘Ξεναγούσα μια ομάδα Γάλλων και ξεκινήσαμε από τους Δελφούς για να πάμε στην Άμφισσα. Ο προορισμός μας ήταν πάντα προσβάσιμος με λεωφορείο αλλά δεν μας είχε ενημερώσει κανένας ότι είχαν ξεκινήσει έργα επιδιόρθωσης οδοστρώματος μέσα στο χωριό οπότε αναγκαστικά αλλάξαμε δρομολόγιο και βρεθήκαμε στα στενά της Άμφισσας, σε δρόμους ακατάλληλους για λεωφορείο, όπου είχε παρκαρισμένα Ι.Χ ή σκαμμένους δρόμους και έμοιαζε αδύνατον να βγούμε. Ζητώντας βοήθεια και οδηγίες, μεσημεριανή ώρα που μάλλον σηκώσαμε κόσμο από το τραπέζι κυριολεκτικά χτυπώντας τις πόρτες των σπιτιών, αυτό που έγινε ήταν ότι βγήκαν όλοι στο δρόμο, πάνω από 10 άτομα, μετακίνησαν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, σήκωσαν με τα χέρια τις πέτρες που ήταν στη μέση του δρόμου και οδήγησαν το λεωφορείο σε ένα σημείο που μπορούσε πλέον να κινηθεί προς την έξοδο του χωριού. Όλα αυτά έγιναν χωρίς να μας κάνουν παρατήρηση γιατί βρεθήκαμε εκεί, χωρίς να υψώσουν τον τόνο της φωνής τους και χωρίς να διαμαρτυρηθεί κανείς για την ώρα, τον ύπνο ή το φαγητό που διέκοψαν. Η όλη διαδικασία κράτησε περίπου μια ώρα και ήταν αγωνιώδης κυρίως για τον οδηγό. Όταν λοιπόν ‘ελευθερωθήκαμε’, άνοιξε τις πόρτες για να βγούμε και να πάρει κι αυτός μια ανάσα. Το σημείο που σταθμεύσαμε ήταν πολύ κοντά στην εκκλησία του χωριού και η ώρα ήταν 16.30. Θέλοντας να αφήσουμε τον οδηγό μόνο του να συνέλθει, πήγα στο ναό και βρήκα έναν ιερέα να ετοιμάζει πακέτα με ρούχα από δωρεές. Του είπα τι είχε συμβεί και ζήτησα την άδεια να βάλω το γκρουπ στο ναό και να τους απασχολήσω για 20 λεπτά ώστε να ανασάνει ο οδηγός. Δέχτηκε ευχαρίστως, τους καλωσόρισε, κάθισε κοντά μας και κουνούσε το κεφάλι όσο μιλούσα – είμαι σίγουρη ότι δεν ήξερε Γαλλικά – και μας αποχαιρέτησε ευγενικά όταν φύγαμε.
Δύο ώρες αργότερα, την ώρα του δείπνου, οι ταξιδιώτες ήταν σε θαυμάσια διάθεση. Μου είπαν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα που δεν είδαν τη συνοικία των βυρσοδεψών. Διαπίστωσαν από πρώτο χέρι την αλληλεγγύη, την ευρηματικότητα, την ευγένεια, τη φιλοξενία και την προθυμία. Μου είπε μάλιστα κάποιος ότι αν κάτι τέτοιο συνέβαινε στη γειτονιά του στη Γαλλία, κανένας δεν θα ασχολιόταν ούτε καν για να καλέσει την Αστυνομία. Ήταν εξίσου ενθουσιασμένοι όσο όταν κατάλαβαν την τεχνική του χαμένου κεριού στη φιλοτέχνηση των μπρούτζινων αγαλμάτων. Ήταν η αυθεντική ελληνική εμπειρία κατά τη γνώμη τους. Ομόφωνα κατέληξαν ότι ήταν μοναδική και ανέλπιστα θετική περιπέτεια που έδωσε προστιθέμενη αξία στο ταξίδι τους’.
Ήταν χαρά μου που μοιράστηκα μαζί της αυτό το ταξίδι. Είμαι σίγουρη πως οι ταξιδιώτες, που έχουν την τύχη να απολαμβάνουν τις ξεναγήσεις της, χαίρονται κι αυτοί. Όπως συμβαίνει και με κάθε επαγγελματία που σέβεται τον εαυτό του και επομένως τους ωφελούμενους των υπηρεσιών του. Το άρθρο αυτό γράφτηκε με αφορμή τη σημερινή μέρα, παγκόσμια ημέρα ξεναγού. Όσο για εμάς θα βρεθούμε ξανά σύντομα μέσα από ένα επόμενο άρθρο!










