Αυτό το άρθρο είναι κυριολεκτικά βγαλμένο μέσα από τη ζωή μου και το δηλώνω χωρίς ίχνος υπερβολής. Η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με οδοντίατρο ήταν στην τελευταία τάξη του Δημοτικού για ένα σφράγισμα. Τι άθλια εμπειρία. Άλλα χρόνια βέβαια τότε. Η πρώτη εμπειρία, όμως, καθορίζει τις περισσότερες φορές τη συνέχεια και έτσι έκτοτε όποτε χρειαζόταν να επισκεφτώ οδοντίατρο, υπέφερα. Αγχωνόμουν μέρες πριν, έκανα τα χειρότερα σενάρια και ενεργοποιούσα, προφανώς ασυνείδητα, έναν κύκλο αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Πήγαινα με τα χειρότερα προγνωστικά και γινόντουσαν τα πιο περίεργα – ή έτσι μου φαινόντουσαν – πράγματα. Κι αυτό όχι με έναν ειδικό, αλλά με αρκετούς. Μέχρι που γνώρισα τον άνθρωπό μου γιατί η σημερινή συνεντευξιαζόμενη είναι πράγματι ο άνθρωπός μου σε ό,τι έχει να κάνει με τη στοματική υγιεινή. Όταν λοιπόν σκέφτηκα να γράψω ένα άρθρο για την οδοντιατρική φοβία, απευθύνθηκα χωρίς άλλη σκέψη σε αυτήν μια που είναι η πλέον αρμόδια να μιλήσει για αυτό το θέμα.
Δεν είμαι πάντως μόνο εγώ που φοβόμουν – και ίσως κάπου μέσα μου εξακολουθώ να φοβάμαι σε μικρότερο βαθμό – την επίσκεψη σε έναν οδοντίατρο καθώς δεν είναι από τις πιο εύκολες ή ευχάριστες διαδικασίες. Ένα ποσοστό 36% φοβάται και το 12% βιώνει έντονη δυσφορία. Η οδοντιατρική φοβία είναι μια πραγματικότητα για πολλούς άλλους πέρα από μένα. Τι λέει, άραγε, για αυτό η οδοντίατρος – χειρουργός Καίτη Αηδονοπούλου; Τα ποσοστά αυτά επιβεβαιώνονται στην καθ’ ημέρα πράξη όπως μας λέει. Η οδοντιατρική φοβία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι το βλέμμα του ασθενούς όταν κάθεται στην καρέκλα, η ένταση στους ώμους, η δυσκολία να ανοίξει το στόμα. Οι άνθρωποι δεν φοβούνται μόνο τον πόνο, αλλά κυρίως την αίσθηση απώλειας ελέγχου, δηλαδή πως ‘κάτι θα συμβεί χωρίς να μπορώ να το ελέγξω’. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: αποφεύγουν τον οδοντίατρο, τα προβλήματα μεγεθύνονται και τελικά προσέρχονται μόνο όταν η κατάσταση είναι επείγουσα και πιθανώς να καθίσταται και πιο επεμβατική. Εκεί ο φόβος τους επιβεβαιώνεται και παγιώνεται.
Ποια είναι, κατά τη γνώμη της, τα κυριότερα αίτια που πυροδοτούν αυτή τη φοβία; Η οδοντιατρική φοβία, σύμφωνα με την κυρία Αηδονοπούλου, είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Ο φόβος του πόνου είναι ο πιο προφανής λόγος αλλά δεν είναι ο μοναδικός. Ο ήχος του τροχού, η εικόνα της βελόνας, ακόμα και η τυπική μυρωδιά του ιατρείου μπορούν να λειτουργήσουν ως ισχυρά ερεθίσματα. Εξίσου σημαντική είναι η θέση του ασθενούς. Ξαπλωμένος, χωρίς οπτικό έλεγχο, με αίσθηση ευαλωτότητας. Προστίθενται οι προηγούμενες εμπειρίες, οι ιστορίες που έχει ακούσει από άλλους, ακόμα και ο τρόπος που μιλούσαν παλιότερα οι γονείς για τον οδοντίατρο. Όλα αυτά χτίζουν μια εσωτερική αφήγηση φόβου προτού καν ξεκινήσει η θεραπεία.
Σκέφτομαι πως μια παρελθούσα τραυματική εμπειρία επηρεάζει πολύ τη στάση των ασθενών. Αυτό συνέβη στη δική μου περίπτωση αλλά και σε πολλές άλλες. Θέλω να μάθω τι γίνεται σε μια τέτοια περίπτωση προκειμένου να καθησυχαστεί ο ασθενής. ‘Η διαχείριση ενός τραυματικού παρελθόντος απαιτεί ενεργητική ακρόαση και ενσυναίσθηση. Η έλλειψη τους αποτελεί ένα από τα κυριότερα εμπόδια στην αποτελεσματική επικοινωνία. Οφείλουμε να τους ακούσουμε καθώς πολλοί ασθενείς δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να περιγράψουν τι τους συνέβη, πώς ένιωσαν. Πριν αγγίξουμε οποιοδήποτε εργαλείο, οφείλουμε να γνωρίζουμε ακριβώς τι φοβάται ο άνθρωπος απέναντι μας, να μην υποτιμούμε το φόβο του αλλά αντιθέτως να επικυρώνουμε τα συναισθήματά του δημιουργώντας ένα κλίμα ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης. Στην πράξη εφαρμόζουμε την τεχνική ‘Tell–Show–Do’ (Λέω-Δείχνω-Κάνω) εξηγώντας κάθε βήμα με απλά λόγια και επανεισάγοντας τον ασθενή στον κόσμο των εργαλείων μας. Παράλληλα η στρατηγική της σταδιακής έκθεσης με απλές, μη επώδυνες διαδικασίες, βοηθά στο να χτιστεί μια νέα, θετική εμπειρία. Προχωράμε μόνο όταν ο ασθενής νιώσει πραγματικά έτοιμος, καθώς η προβλεψιμότητα και ο σεβασμός στο δικό του ρυθμό αποτελούν το ουσιαστικό αντίδοτο στο παλιό τραύμα’, απαντά η συνεντευξιαζόμενη.
Παιδιά, έφηβοι ή ενήλικες φοβούνται περισσότερο; Σύμφωνα με την κυρία Αηδονοπούλου ο φόβος αλλάζει πρόσωπο ανάλογα με την ηλικία. Τα παιδιά φοβούνται κυρίως το άγνωστο ή αντιγράφουν το άγχος των γονιών τους. Οι έφηβοι, συχνά, ανησυχούν για την εικόνα τους και θέλουν να νιώθουν ότι έχουν τον έλεγχο. Οι ενήλικες, όμως, κουβαλούν ολόκληρο ιστορικό εμπειριών. Μπορεί να φαίνονται ψύχραιμοι, αλλά το σώμα τους προδίδει την ένταση, σφίγγουν τα χέρια, κρατούν την αναπνοή, ιδρώνουν. Γι’ αυτό και χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να εμπιστευθούν ξανά. Τι προτείνει, όμως, σε έναν ασθενή που φοβάται πολύ; Είναι η αναισθησία μια λύση στο πρόβλημα; Η αναισθησία είναι απαραίτητη για τον πόνο αλλά δεν ‘μουδιάζει’ τη φοβία και δεν επιλύει τις εσωτερικές συγκρούσεις του ασθενούς, εξηγεί. Η πραγματική διαφορά έγκειται στην οικοδόμηση μιας σχέσης εμπιστοσύνης και στην κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία και επιτυγχάνεται μέσω της συμπεριφοράς και των επικοινωνιακών δεξιοτήτων του ιατρού.‘Για να ενισχύσουμε το αίσθημα ασφάλειας και ελέγχου συμφωνούμε με τον ασθενή μας πάντα σε ένα απλό σήμα, όπως το να σηκώσει ο ασθενής το χέρι του, ώστε να γνωρίζει ότι μπορεί να σταματήσει την οδοντιατρική πράξη ανά πάσα στιγμή. Προχωρούμε αργά, δίνοντας στον ασθενή τη δυνατότητα να επιλέξει τη μέθοδο θεραπείας και το πόση εργασία μπορεί να αντέξει στην αρχή. Όταν ο ασθενής νιώθει ότι συμμετέχει ενεργά, ότι εισακούεται με ενσυναίσθηση και ότι δεν είναι ένας παθητικός δέκτης, το άγχος μειώνεται εντυπωσιακά καθώς η εμπιστοσύνη και η ειλικρίνεια αποτελούν τα θεμέλια για την έναρξη της θεραπευτικής σχέσης’, καταλήγει.
Προσπαθώ να μπω για λίγο στη θέση της και να φανταστώ πόσο μπορεί να δυσχεραίνει το έργο της ένας αγχωμένος ασθενής. Η ίδια θα πει ότι η παρουσία ενός αγχωμένου ασθενούς μετατρέπει την οδοντιατρική πράξη σε μια πολυεπίπεδη πρόκληση καθώς το άγχος εκδηλώνεται όχι μόνο ψυχολογικά αλλά και μέσω ψυχοκινητικής διέγερσης. Η μυϊκή ένταση και η δυσκαμψία του σώματος του ασθενούς πάνω στην οδοντιατρική έδρα δυσχεραίνουν την πρόσβαση στο ήδη περιορισμένο operatingfield, ενώ παράλληλα πιθανές απότομες κινήσεις αυξάνουν τον κίνδυνο τραυματισμού κατά τη χρήση οδοντιατρικών εργαλείων και τροχού. Η κατάσταση αυτή μεταφέρεται άμεσα στον ιατρό καθώς, όπως αναφέρεται και στη βιβλιογραφία, το 80% των οδοντιάτρων βιώνουν και δικό τους άγχος κατά τη διαχείριση τέτοιων ασθενών. Η συνεχής ανάγκη για γνωστική και συναισθηματική εγρήγορση σε συνδυασμό με την επιμήκυνση του χρόνου θεραπείας αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση του συνδρόμου Burnout. Πιο συγκεκριμένα, η χρόνια έκθεση σε τέτοια στρεσογόνα ερεθίσματα οδηγεί σε συναισθηματική εξάντληση, αποπροσωποποίηση και μείωση της αίσθησης προσωπικού επιτεύγματος. Ως εκ τούτου, η ανάπτυξη softskillsκαι η εφαρμογή συγκεκριμένων τεχνικών δεν αποτελούν απλώς μια ποιοτική παροχή, αλλά μια απαραίτητη στρατηγική πρωτογενούς πρόληψης για την προστασία της ψυχικής υγείας και για την επαγγελματική μακροζωία ολόκληρης της οδοντιατρικής ομάδας.
Μιλώντας μέσα από τη δική μου εμπειρία, συνειδητοποιώ τη σύνδεση που υπάρχει μεταξύ του άγχους, που βιώνω, και της έλλειψης ελέγχου και εμπιστοσύνης. Αν κρίνω από το δικό μου παράδειγμα, με το που εμπιστεύτηκα τη δική μου γιατρό, αυτό άλλαξε σε μεγάλο βαθμό. Η σχέση μεταξύ άγχους και έλλειψης ελέγχους και εμπιστοσύνης είναι άμεση και καταλυτική, βεβαιώνει η κυρία Αηδονοπούλου. Η οδοντιατρική φοβία τροφοδοτείται από το αίσθημα της αβεβαιότητας, της εξάρτησης και την απώλεια της αυτονομίας. Όταν ο ασθενής αισθάνεται ότι δεν έχει λόγο στις διαδικασίες που υφίσταται, το άγχος εκτοξεύεται εκδηλώνοντας σωματικά συμπτώματα όπως ταχυκαρδία, εφίδρωση, μυϊκή τάση και επιτάχυνση του αναπνευστικού ρυθμού. Αντίθετα η οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταμορφώνει ριζικά τη θεραπευτική εμπειρία: οι μύες χαλαρώνουν, ο ρυθμός της αναπνοής ομαλοποιείται και η συνεργασία γίνεται αβίαστη, καθώς ένα χαλαρό σώμα βοηθά στη νοητική χαλάρωση. Η εμπιστοσύνη αυτή κερδίζεται μέσα από τη μετάβαση από το πατερναλιστικό μοντέλο στο μοντέλο συνεργασίας όπου ιατρός και ασθενής αναγνωρίζονται ως αυτόνομοι εταίροι που διαπραγματεύονται από κοινού τις λύσεις, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα αμοιβαίου σεβασμού και κατανόησης. Σε αυτό το πλαίσιο ο σεβασμός στην αυτονομία του ασθενούς και η ουσιαστική παροχή ‘ελέγχου’ κατά τη διάρκεια της θεραπείας αποτελούν κεντρικούς άξονες της σύγχρονης προσέγγισης. Πρακτικές όπως τα συμφωνημένα σήματα διακοπής της πράξης, όπως για παράδειγμα το απλό σήκωμα του χεριού, ενισχύουν το αίσθημα ασφάλειας. Η ειλικρίνεια στην επικοινωνία, η συνέπεια στη συμπεριφορά του οδοντιάτρου και η ουσιαστική εφαρμογή της ‘ενημερωμένης συγκατάθεσης’ επιτρέπουν στον ασθενή να συμμετέχει ενεργά στη λήψη αποφάσεων παύοντας να είναι παθητικός δέκτης μιας προαποφασισμένης θεραπείας που επιβάλλεται άκριτα. Η προσέγγιση αυτή μειώνει θεαματικά το άγχος, ενισχύει την αυτοπεποίθηση και δημιουργεί τις προϋποθέσεις τόσο για επιτυχημένη κλινική πράξη όσο και για μια σταθερή μακροχρόνια σχέση εμπιστοσύνης.
Αναρωτιέμαι αν χρειάστηκε ποτέ να παραπέμψει ασθενή σε επαγγελματία ψυχικής υγείας. Εκείνη λέει: ‘Η αναγνώριση των ορίων της δικής μας παρέμβασης αποτελεί θεμελιώδη αρχή επαγγελματικής υπευθυνότητας. Οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η δομημένη ενημέρωση και οι τεχνικές μείωσης του άγχους είναι συνήθως επαρκείς για την αντιμετώπιση της οδοντιατρικής φοβίας. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις όπου η φοβία εμφανίζει ένταση και χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν το αμιγώς οδοντιατρικό πεδίο. Όταν παρατηρούμε ότι ο ασθενής αδυνατεί να συνεργαστεί παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες, όταν οι αντιδράσεις είναι δυσανάλογες προς το κλινικό ερέθισμα ή όταν το άγχος συνοδεύεται από έντονα σωματικά και γνωστικά συμπτώματα, τότε η παραπομπή σε επαγγελματία ψυχικής υγείας αποτελεί τεκμηριωμένη κλινική επιλογή. Η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι οι σοβαρές μορφές οδοντιατρικής φοβίας συνυπάρχουν, συχνά, με γενικευμένες αγχώδεις εκδηλώσεις και απαιτούν εξειδικευμένη διεπιστημονική προσέγγιση. Η πρόταση για παραπομπή γίνεται πάντοτε με ενημέρωση και συναίνεση του ασθενούς, μέσα σε κλίμα σεβασμού και συνεργασίας. Δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας του οδοντιάτρου αλλά έκφραση επιστημονικής ωριμότητας και προσανατολισμού στην ασφάλεια του ασθενούς. Μέσα από τη συνεργασία με ειδικούς ψυχικής υγείας μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα θεραπευτικό πλαίσιο όπου η οδοντιατρική πράξη, η ψυχολογική υποστήριξη και η εκπαίδευση του ασθενούς λειτουργούν συμπληρωματικά, οδηγώντας σε ουσιαστική βελτίωση της ποιότητας ζωής’.
Ολοκληρώνω αυτή τη συζήτηση ζητώντας της να μοιραστεί μαζί μας μια εμπειρία που ασθενή, με οδοντιατρική φοβία, που θα της μείνει αξέχαστη. ‘Πολλά περιστατικά μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου, όπως για παράδειγμα η περίπτωση ενός μεσήλικα ασθενούς με έντονη μακροχρόνια οδοντιατρική φοβία η οποία είχε τις ρίζες της σε μια ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία της παιδικής του ηλικίας – ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εξωγενούς οδοντιατρικής φοβίας. Ο συγκεκριμένος ασθενής είχε υιοθετήσει μια ακραία συμπεριφορά αποφυγής, παραμελώντας τη στοματική του υγεία για περισσότερα από σαράντα χρόνια και αποφεύγοντας κάθε επαφή με το οδοντιατρικό περιβάλλον. Αυτή η παρατεταμένη απουσία φροντίδας δεν περιορίστηκε σε οδοντιατρικό επίπεδο, αλλά οδήγησε σε σοβαρή επιδείνωση της γενικής του υγείας. Η προσέγγισή μας βασίστηκε στη σταδιακή απευαισθητοποίηση και στη δημιουργία ενός πλαισίου ασφάλειας. Στην πρώτη επίσκεψη δεν πραγματοποιήθηκε καμία κλινική πράξη. Καθίσαμε απλώς για να συζητήσουμε, εφαρμόζοντας την ενεργητική ακρόαση, και δίνοντας του το χρόνο να εκφράσει όσα τον φόβιζαν. Στην επόμενη συνάντηση χρησιμοποιήσαμε την τεχνική ‘Tell–Show–Do’ για κάθε εργαλείο και συμφωνήσαμε σε ένα απλό σύστημα σημάτων με το χέρι ώστε να ανακτήσει το αίσθημα ελέγχου. Η στιγμή που ολοκλήρωσε την πρώτη του πλήρη θεραπεία χωρίς πανικό, αξιοποιώντας τη διαφραγματική αναπνοή και τη δική μας υποστήριξη, ήταν πραγματικά συγκινητική. Η εμπειρία αυτή επιβεβαίωσε ότι η επιτυχία στην οδοντιατρική δεν ορίζεται μόνο από την τεχνική αρτιότητα, αλλά και από την ποιότητα της ανθρώπινης επικοινωνίας και της σχέσης εμπιστοσύνης που αναπτύσσεται με τον ασθενή’, εξομολογείται.
Όταν υπάρχουν τέτοιοι επαγγελματίες, δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Έχει περάσει πια ο καιρός που ο γιατρός ήταν μόνο πτυχία και γνώσεις. Τώρα πλέον έχει προστεθεί ο ανθρώπινος παράγοντας που τον κάνει πιο προσιτό, πιο αξιόπιστο και πιο υποστηρικτικό. Κι αυτό σίγουρα μειώνει κατά πολύ το άγχος και τη φοβία. Είναι σημαντικό λοιπόν να επιλέγουμε γιατρούς με τους οποίους να μπορούμε να επικοινωνούμε, να νιώθουμε άνετα και να τους εμπιστευόμαστε. Όσο για εμάς θα βρεθούμε ξανά σύντομα μέσα από ένα επόμενο άρθρο!









