Γράφει ο μαέστρος Μιχαήλ Χατζηαναστασίου για την Κουλτουρόσουπα.
Ο διάλογος είναι η τέχνη των απατεώνων. Η Αλήθεια δεν έχει αντίλογο.
Στη σύγχρονη δημόσια σφαίρα, ο διάλογος έχει αναχθεί σε υπέρτατη αξία. Προβάλλεται ως ηθική αρετή, ως πολιτισμικό επίτευγμα και ως προϋπόθεση δημοκρατικής ωριμότητας. Όμως, πίσω από αυτή τη φαινομενικά ευγενή επίκληση, συχνά υποκρύπτεται μια βαθιά παραμόρφωση της έννοιας της Αλήθειας. Ο διάλογος, όταν αποσυνδέεται από την αναζήτηση του αληθούς, μετατρέπεται σε τεχνική εξουδετέρωσης, σε εργαλείο αναβολής και τελικά σε τέχνη των απατεώνων.
Σε μια “Δημοκρατία απόψεων” η Αλήθεια αυτοεξορίζεται όταν χρειάζεται να πάρει … την άδεια για να μιλήσει.
Η φιλοσοφική παράδοση δεν αντιμετώπισε ποτέ τον διάλογο ως αυτοσκοπό. Από τον Πλάτωνα έως τον Καντ, ο διάλογος νομιμοποιείται μόνο ως μέθοδος προσέγγισης της αλήθειας, όχι ως πεδίο ισοπέδωσης όλων των θέσεων. Ο σωκρατικός διάλογος, συχνά επικαλούμενος από τους σύγχρονους υπερασπιστές της «συζήτησης», δεν ήταν μια ουδέτερη ανταλλαγή απόψεων. Ήταν μια επιθετική διαδικασία αποδόμησης της πλάνης. Ο Σωκράτης δεν συνομιλούσε για να συμφιλιώσει απόψεις, αλλά για να αποκαλύψει την άγνοια εκείνων που ισχυρίζονταν ότι γνωρίζουν.
Σήμερα, αντίθετα, ο διάλογος λειτουργεί ως μηχανισμός εξίσωσης του αληθούς με το ψευδές. Κάθε θέση απαιτεί «αντίλογο», όχι επειδή διαθέτει λογικά ελλείμματα, αλλά επειδή η εποχή αδυνατεί να ανεχθεί την ύπαρξη μη διαπραγματεύσιμων αληθειών. Η Αλήθεια, από ontological κατηγορία, υποβιβάζεται σε προσωπική άποψη. Έτσι, ο διάλογος παύει να είναι φιλοσοφική πράξη και μετατρέπεται σε ρητορικό παίγνιο.
Η φράση «η Αλήθεια δεν έχει αντίλογο» δεν δηλώνει αυταρχισμό· δηλώνει οντολογική σταθερότητα. Η Αλήθεια, όταν πράγματι είναι τέτοια, δεν χρειάζεται υπεράσπιση μέσω επιχειρηματολογικής ακροβασίας. Όπως η βαρύτητα δεν συζητείται, αλλά διαπιστώνεται, έτσι και η Αλήθεια δεν τίθεται σε ψηφοφορία. Ο αντίλογος γεννιέται μόνο εκεί όπου η αλήθεια απουσιάζει ή θολώνει.
Ο σύγχρονος απατεώνας δεν είναι εκείνος που λέει ψέματα απροκάλυπτα, αλλά εκείνος που ζητά διαρκώς διάλογο. Ζητά χρόνο, ζητά κατανόηση, ζητά «να ακουστούν όλες οι απόψεις». Στην πραγματικότητα, ζητά αναστολή της κρίσης. Ο διάλογος γίνεται το άλλοθι της αδράνειας και το καταφύγιο της ευθύνης. Όταν όλα είναι συζητήσιμα, τίποτα δεν είναι δεσμευτικό.
Σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, αυτή η λατρεία του διαλόγου λειτουργεί διαβρωτικά. Η διαφθορά «χρειάζεται συζήτηση», η αδικία «έχει δύο όψεις», η παρακμή «είναι σύνθετο φαινόμενο». Έτσι, το προφανές καθίσταται αμφισβητήσιμο και το έγκλημα μεταμφιέζεται σε άποψη. Ο διάλογος δεν φωτίζει την αλήθεια· τη διαχέει μέχρι εξαφάνισης.
Φιλοσοφικά, η εμμονή στον διάλογο αποκαλύπτει φόβο απέναντι στη βεβαιότητα. Η Αλήθεια είναι απαιτητική· επιβάλλει συνέπειες, στάση, κόστος. Ο διάλογος, αντίθετα, προσφέρει άνεση. Επιτρέπει τη συνύπαρξη αντιφάσεων χωρίς εσωτερική σύγκρουση. Είναι η ιδανική δομή για κοινωνίες που έχουν χάσει το θάρρος της κρίσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε διάλογος είναι απατηλός. Σημαίνει ότι ο διάλογος χωρίς κριτήριο, χωρίς ιεράρχηση και χωρίς αναφορά στο αληθές, είναι κενός. Όταν ο διάλογος προηγείται της αλήθειας, τότε η αλήθεια δεν θα έρθει ποτέ. Θα χαθεί μέσα σε λέξεις, προθέσεις και προσποιήσεις.
Η Αλήθεια δεν έχει αντίλογο, γιατί δεν είναι θέση. Είναι μέτρο. Και κάθε κοινωνία που αντικαθιστά το μέτρο με τη συζήτηση, δεν γίνεται πιο δημοκρατική· γίνεται πιο ευάλωτη στην απάτη.
Όταν όλα λοιπόν είναι “συζητήσιμα” το νου σου … τίποτα το αληθινό δεν προκύπτει.










