– Οι τοίχοι γράφουν όσα δεν αντέχουμε να διαβάσουμε –
Οι υποβαθμισμένες γειτονιές δεν αποτελούν κοινωνική ανωμαλία· αποτελούν δομικό αποτέλεσμα. Δεν προκύπτουν από ατύχημα, ούτε από ηθική υστέρηση των κατοίκων τους. Προκύπτουν από ιεραρχήσεις. Από προτεραιότητες. Από αποφάσεις που ελήφθησαν αλλού και ωφέλησαν άλλους. Η εγκατάλειψη δεν είναι κενό· είναι κατανομή πόρων. Και κάθε κατανομή εμπεριέχει ευθύνη.
Όταν μια περιοχή μένει αχαρτογράφητη στη δημόσια συνείδηση, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε την ύπαρξή της. Σημαίνει ότι η αναγνώρισή της θα διατάρασσε την αίσθηση κανονικότητας που μας εξυπηρετεί. Το περιθώριο δεν βρίσκεται εκτός συστήματος. Είναι λειτουργικό στοιχείο του.
Υπάρχουν μια γειτονιές που δεν τις αγνοούμε από άγνοια αλλά από επιλογή. Δεν είναι εκτός χάρτη· είναι εκτός συνείδησης. Οι τοίχοι τους είναι γεμάτοι γκράφιτι, όχι επειδή οι κάτοικοί τους αγαπούν την «urban αισθητική», αλλά επειδή κανείς δεν τους έδωσε άλλον τρόπο να δηλώσουν ότι υπάρχουν. Κάθε σπρέι είναι μια πράξη απελπισμένης επιβεβαίωσης: «είμαι εδώ».
Οι μορφωμένοι αστοί —η τάξη που διαχειρίζεται τη γλώσσα με άνεση και την ενοχή με τεχνική ακρίβεια— δεν περπατούν εκεί. Προτιμούν να μιλούν γι’ αυτές, Να τις μελετούν. Να τις αναλύουν σε πάνελ. Να τις εντάσσουν σε στατιστικά. Η απουσία τους από τον χώρο είναι η πιο ειλικρινής τους δήλωση. Όπως θα έλεγε ο Michel Foucault, η εξουσία δεν χρειάζεται πάντα να απαγορεύει· αρκεί να ταξινομεί. Και ό,τι δεν ταξινομείται σωστά, απορρίπτεται ως απόκλιση.
Η γειτονιές αυτές δεν είναι «προβληματικές». Είναι παρατημένες.
Η διαφορά είναι πολιτική. Το πρόβλημα υπονοεί εγγενή παθολογία. Η εγκατάλειψη υπονοεί ευθύνη. Κι εμείς επιλέγουμε τον πρώτο όρο γιατί μας αθωώνει.
Στους δρόμους αυτούς δεν θα βρεις ρομαντική εξαθλίωση. Θα βρεις συσσωρευμένη σιωπή. Η μοναξιά εκεί δεν είναι υπαρξιακός στοχασμός· είναι κοινωνικό προϊόν. Οι άνθρωποι δεν σταμάτησαν να τραγουδούν επειδή το επέλεξαν. Σταμάτησαν επειδή κανείς δεν τους άκουγε.
Κι εμείς; Εμείς συνεχίζουμε να επενδύουμε στην πολιτική ορθότητα σαν να είναι πράξη ηθικού ηρωισμού. Προσέχουμε τις λέξεις μας. Διορθώνουμε εκφράσεις. Αποφεύγουμε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και στο μεταξύ, οι δρόμοι παραμένουν σκοτεινοί.
Ο Pierre Bourdieu θα μιλούσε για συσσώρευση συμβολικού κεφαλαίου: επιδεικνύουμε ευαισθησία για να διατηρήσουμε κύρος. Η ηθική μας γίνεται επένδυση.
Η αλήθεια είναι απλούστερη και πιο άβολη: δεν μας ενοχλεί η αδικία· μας ενοχλεί η υπενθύμισή της. Το γκράφιτι μάς ενοχλεί όχι γιατί είναι βανδαλισμός, αλλά γιατί είναι μαρτυρία. Θυμίζει ότι υπάρχουν άνθρωποι εκτός του ορατού μας κύκλου. Και εμείς δεν θέλουμε υπενθυμίσεις· θέλουμε καθαρούς τοίχους και καθαρή συνείδηση.
Αυτές η γειτονιές μοιάζουν «αχαρτογράφητες από τον Θεό» μόνο επειδή πρώτα τις αποσύραμε εμείς από την ανθρώπινη μέριμνα. Δεν είναι μεταφυσικό κενό· είναι διοικητικό και κοινωνικό. Η θεολογία χρησιμοποιείται συχνά για να καλύψει την πολιτική αποτυχία. Όμως εδώ δεν υπάρχει μυστήριο. Υπάρχει αδιαφορία.
Περπατώντας εκεί, δεν αντικρίζουμε απλώς κοινωνικά ερείπια. Αντικρίζουμε την αντανάκλαση της δικής μας βολής. Οι ρωγμές στους τοίχους δεν είναι τίποτε μπροστά στις ρωγμές της συνείδησης. Οι ρυτίδες που μετράμε δεν είναι βιολογικές· είναι ηθικές. Είναι τα σημάδια κάθε φοράς που προτιμήσαμε την άνεση από την εμπλοκή.
Ο Albert Camus μιλούσε για το παράλογο ως ρήξη ανάμεσα στην ανάγκη για νόημα και στη σιωπή του κόσμου. Το δικό μας παράλογο είναι βαθύτερο: ζητάμε κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς να διακινδυνεύουμε τίποτα από τη θέση μας. Θέλουμε αλλαγή, αλλά όχι ανατροπή της δικής μας σταθερότητας. Θέλουμε λύσεις που να μην μας κοστίζουν.
Η οργή, λοιπόν, δεν είναι υπερβολή. Είναι λογική συνέπεια. Δεν στρέφεται εναντίον των κατοίκων τους, αλλά εναντίον της κοινωνικής μας υποκρισίας. Καταγγέλλουμε τη «βρωμιά» των τοίχων, ενώ συγκαλύπτουμε τη βρωμιά της απραξίας μας. Μιλάμε για «αλητεία», αλλά η μεγαλύτερη αλητεία είναι να γνωρίζεις και να μη δρας.
Οι γειτονιές αυτές δεν χρειάζονται ρομαντισμό ούτε φιλανθρωπική συμπόνια. Χρειάζονται αναγνώριση και ευθύνη. Αν παραμένουν αχαρτογράφητες, είναι επειδή ο χάρτης τους θα αποκάλυπτε τις προτεραιότητές μας. Και οι προτεραιότητές μας δεν είναι η δικαιοσύνη· είναι η διατήρηση της άνεσης.
Το πιο σκληρό συμπέρασμα δεν είναι ότι η πολιτεία απέτυχε. Είναι ότι η αποτυχία αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη σιωπηρή μας συναίνεση.
Τα γκέτο δεν είναι το πρόβλημα, είναι ο καθρέφτης μας και το μπετόν πάνω στο οποίο χτίσαμε την δική μας βολή. Το περιθώριο δεν είναι αγνώστων στοιχείων και ούτε τυχαίο. Έχει διεύθυνση και την υπογραφή της συνενοχής μας, με την πολιτική μας ορθότητα να σταματά στο … τέλος του δρόμου.









