Το να γνωρίσεις τη δική σου σκοτεινή πλευρά είναι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσεις τη σκοτεινή πλευρά των άλλων, είπε ο Καρλ Γιούνγκ και την ώρα που διαβάζω ξανά τα λόγια του σκέφτομαι πόσο μα πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος μας αν μπαίναμε στη διαδικασία να γνωρίσουμε όλοι και όλες ανεξαιρέτως τη σκοτεινή μας πλευρά. Δεν το κάνουν όμως όλοι ακόμα κι αν το χρειάζονται. Η αλήθεια βέβαια είναι πως τα τελευταία χρόνια οι ανάγκες των συνανθρώπων μας είναι τέτοιες που τους οδηγούν συχνά στο γραφεία ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Αυτό το τελευταίο το επιβεβαιώνει η ψυχολόγος Τάνια Κωτούλα λέγοντας πως πράγματιτα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αύξηση στον αριθμό των ανθρώπων που αναζητούν βοήθεια.Οι σύγχρονες συνθήκες ζωής, τα συνεχώς μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα στα οποία καλούμαστε να προσαρμοστούμε, τα ψυχοπιεστικά γεγονότα των τελευταίων ετών, η αύξηση του άγχους, τα πολλαπλά προβλήματα στις οικογένειες, η αύξηση του κόστους ζωής, η κατακόρυφη αύξηση της βίας και της επιθετικότητας και πολλά ακόμα έχουν δυσκολέψει πολλούς συνανθρώπους μας με αποτέλεσμα να χρειάζονται και να αναζητούν βοήθεια. Οι ψυχολόγοι πλέον, σύμφωνα με την ίδια, βρίσκονται πολύ ψηλά στη λίστα των επαγγελμάτων που είναι στην πρώτη γραμμή για παροχή βοήθειας, με την παρουσία και τη συνδρομή τους μάλιστα να κρίνεται απαραίτητη. Αυτό το παρατηρούμε και από το γεγονός ότι σε κάθε κρίσιμη κατάσταση (φυσικές καταστροφές, ατυχήματα κλπ) ομάδες συναδέλφων κινητοποιούνται ώστε να συνδράμουν στη διαχείριση της κρίσης. Η ευημερία, η ανθεκτικότητα και η καλή ψυχική υγεία αποτελούν προτεραιότητα για πολλούς ανθρώπους στις μέρες μας και γι’ αυτό είναι πια μεγάλος ο αριθμός των συνανθρώπων μας που θα οδηγηθούν στο γραφείο ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας. Η βασική μετακίνηση στις συνειδήσεις των ανθρώπων έγκειται στο ότι η ψυχοθεραπεία δεν αποτελεί πια είδος πολυτελείας αλλά αναγκαιότητα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αντιμετώπιση και διαχείριση διάφορων δυσκολιών της ζωής.
Η κυρία Κωτούλα ζει και εργάζεται, διατηρώντας το ιδιωτικό της γραφείο, στην πόλη της Καρδίτσας. Αναρωτιέμαι αν το μέγεθος μιας πόλης συνδέεται με τις ανάγκες των κατοίκων για ψυχολογική υποστήριξη. Με άλλα λόγια μήπως το να ζει κανείς σε μια μικρότερη κοινωνία επηρεάζει τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς έτσι ώστε να αντιμετωπίζει λιγότερες δυσκολίες και επομένως να απευθύνεται σπανιότερα σε έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας; ‘Ακούμε συχνά ότι οι άνθρωποι, που ζούμε στην επαρχία, έχουμε καλύτερη ποιότητα ζωής από όσους ζουν στις μεγαλουπόλεις και ότι η ζωή μας είναι ίσως καλύτερη, ευκολότερη ή απλούστερη. Σε κάποιο βαθμό αυτό ισχύει καθώς είμαστε πιο κοντά στη φύση, δεν χάνουμε τόσο χρόνο στις μετακινήσεις μας λόγω μικρότερων αποστάσεων, έχουμε την ευκαιρία και τη δυνατότητα να συναντάμε πιο συχνά τους δικούς μας ανθρώπους. Παρόλα αυτά οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, που επικρατούν τόσο στην ελληνική επικράτεια όσο και παγκοσμίως, αγγίζουν και επηρεάζουν βαθιά και τους ανθρώπους μιας μικρής πόλης, η οποία δεν σταματά να είναι μέρος ενός υπερσυστήματος, που το επηρεάζει και από το οποίο επηρεάζεται. Επομένως οι ανάγκες σίγουρα δεν είναι λιγότερες και οι δυσκολίες σίγουρα δεν είναι ασήμαντες. Ισχύει μάλλον το αντίθετο. Πλέον κάθε περιστατικό εμφανίζει τρομερή πολυπλοκότητα καθώς καλούμαστε να διαχειριστούμε ζητήματα προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά. Παρατηρώ μάλιστα, δουλεύοντας αρκετά με έφηβους, πως η νέα γενιά βιώνει με έντονο τρόπο όσα συμβαίνουν γύρω μας και αυτό επιδρά με πολλούς, και πολλές φορές σοβαρούς, τρόπους στον ψυχισμό τους. Καλούνται να μεγαλώσουν σε ένα ρευστό, ασταθές και όχι ασφαλές περιβάλλον και μέσα σε αυτό να βρουν τους δικούς τους δρόμους και να αναπτύξουν τη δική τους μοναδική προσωπικότητα. Κι όλο αυτό επιχειρούν να το πετύχουν σε έναν κόσμο που προάγει αρκετά την ομοιομορφία. Η οικογένεια και το σχολείο, επίσης, διέρχονται σοβαρής κρίσης και αυτό το αντιμετωπίζουμε στην επαρχία και μάλιστα είναι ανησυχητικά όσα συμβαίνουν. Γι’ αυτό και ανέφερα ότι οι ψυχολόγοι πλέον βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή μια που καλούμαστε να διαχειριστούμε τις αλλαγές σε κάθε επίπεδο της ζωής του ανθρώπου, αλλαγές που είναι σαρωτικές’, απαντά η κυρία Κωτούλα.
Κάποτε η ψυχοθεραπεία ήταν ταμπού. Ίσως για κάποιους να παραμένει ταμπού ακόμα και σήμερα. Άλλωστε δεν είναι λίγοι αυτοί που τείνουν να αποφεύγουν την αναγνώριση και παραδοχή των προβλημάτων τους είτε από φόβο να τα αντιμετωπίσουν είτε από μια ψευδαίσθηση ότι τα καταφέρνουν χωρίς να χρειάζονται βοήθεια. Πάντως ο Σκοτ Πεκ ήταν ξεκάθαρος υποστηρίζοντας ότι η τάση να αποφεύγουμε να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματά μας και τη συμφυή με αυτά συναισθηματική φόρτιση πόνου, είναι η πρωταρχική βάση όλων των ψυχικών παθήσεων. Γι’ αυτό και νιώθουμε μέρα με τη μέρα ότι η κοινωνία μας, και όχι μόνο οι πολίτες, νοσεί. Τι συμβαίνει αλήθεια σε ένα μέρος, όπως η Καρδίτσα, όπου είναι πολύ πιθανό να γνωρίζει ο ένας τον άλλον ή να συνδέονται μεταξύ τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο; Παραμένει η ψυχοθεραπεία και γενικότερα η αναζήτηση βοήθειας ταμπού; Σύμφωνα με τη συνεντευξιαζόμενη έχει περάσει ανεπιστρεπτί ο καιρός που η ψυχοθεραπεία θεωρούταν ταμπού και αυτό ισχύει και σε μια μικρή πόλη όπως η πόλη στην οποία μένει. Το επάγγελμα του ψυχολόγου είναι ευρέως γνωστό και κυρίως αποδεκτό. Έχουμε απομακρυνθεί πολύ, όπως υποστηρίζει, από την εποχή που οι ψυχολόγοι θεωρούνταν τσαρλατάνοι και αναγνωρίζονται πια ως επιστήμονες. Αυτό καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι έπειτα από πολλά χρόνια που υπήρχε ως αίτημα, γίνεται πλέον προσπάθεια από διάφορους κρατικούς ή μη φορείς να στελεχώνονται με ψυχολόγους αλλά και από το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν βοήθεια ακόμα κι αν ζουν σε μια μικρή πόλη. ‘Η Καρδίτσα, αλλά φαντάζομαι και κάθε άλλη μικρή πόλη, δεν υστερεί σε προβλήματα ή δυσκολίες και επίσης οι ανάγκες που έχουμε οι άνθρωποι δεν διαφοροποιούνται και τόσο όπου κι αν ζούμε. Έτσι ζώντας και ασκώντας το επάγγελμα της ψυχολόγου στην Καρδίτσα εκπλήσσομαι από την ευκολία και την άνεση κάποιων ανθρώπων να μοιραστούνε με το στενό ή και το ευρύτερο κοινωνικό τους περιβάλλον το ότι βρίσκονται σε ψυχοθεραπεία. Κατά τη γνώμη μου σε αυτό έχει βοηθήσει πολύ η ραγδαία αύξηση της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της πολύ μεγάλης προβολής των θεμάτων που άπτονται της ψυχοθεραπείας και της προσωπικής ανάπτυξης γενικότερα. Αυτό έχει οδηγήσει σε μεγάλη απενοχοποίηση σε ό,τι αφορά στα θέματα ψυχικής υγείας και οι άνθρωποι επικοινωνούν πιο εύκολα, με ελευθερία και χωρίς ντροπή ό,τι τους προβληματίζει. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι θεραπευόμενοι πια, έρχονται έπειτα από σύσταση άλλων θεραπευομένων’, καταλήγει.
Δεν διστάζω να τη ρωτήσω ανέτυχε ποτέ να αναλάβει θεραπευτικά έναν άνθρωπο που συναντούσε ήδη σε κάποιο άλλο πλαίσιο και αν ναι, πώς επηρέασε αυτό τη θεραπευτική τους σχέση. Η ίδια παραδέχεται πως, σε όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύει, φυσικά και έχει αναλάβει ανθρώπους τους οποίους συναντούσε ή συναντά και σε άλλα πλαίσια, όπως στα σχολεία των παιδιών της, ή ανθρώπους με τους οποίους είχε και έχει κοινούς γνωστούς. Τα όρια είναι απαραίτητα στην ψυχοθεραπεία, τονίζει, και όπως γνωρίζουμε τα όρια είναι δύσκολα και για εκείνον που θέλει να τα βάλει αλλά και για εκείνον που πρέπει να τα δεχτεί. Η αλήθεια είναι ότι, ιδίως παλιότερα και προτού το επάγγελμά μας γίνει τόσο γνωστό και αρχίσει να αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η θεραπεία, δεν ήταν πάντα εύκολο οι άνθρωποι να καταλάβουν για ποιον λόγο ο ψυχολόγος δεν μπορεί να έχει διπλό ρόλο με τον θεραπευόμενο, δηλαδή να είναι συγγενείς, φίλοι κλπ. Στα πρώτα χρόνια της δουλειάς αυτό ήταν κάτι που τη δυσκόλευε πολύ. Πιστεύει πολύ στην ανοιχτή και ειλικρινή επικοινωνία μέσα στη θεραπεία. Κάθε φορά που υπήρχε ένα κοινό περιβάλλον, αυτό αποτελούσε μεγάλο κομμάτι της εσωτερικής θεραπευτικής διεργασίας και υπήρχε μεγάλη επεξεργασία του πώς μπορεί να επηρεάζει και τις δύο πλευρές. Πλέον με τα χρόνια δουλειάς, την εμπειρία, την εποπτεία, που είναι απαραίτητη στη δουλειά μας, και τις εκπαιδεύσεις έχει βρει τον τρόπο να δουλεύει και να λειτουργεί στη μικροκλίμακα της Καρδίτσας τηρώντας την επαγγελματική δεοντολογία και κυρίως δημιουργώντας ένα ασφαλές περιβάλλον για τους θεραπευόμενους.
Φέρνω στο μυαλό μου θεραπευόμενους, που είχα στο παρελθόν και που έχω στο παρόν, οι οποίοι έρχονται κάθε εβδομάδα ή κάθε 15μερο από άλλη πόλη προκειμένου να δουλέψουν θεραπευτικά μαζί μου. Πέρα από το ότι επιλέγουν να με εμπιστευθούν, αναρωτιέμαι – προτού καν τους γνωρίσω και δημιουργήσω θεραπευτικό δεσμό μαζί τους – αν προτιμούν να απευθυνθούν σε έναν ειδικό που δεν μένει στην πόλη τους νιώθοντας έτσι μεγαλύτερη ασφάλεια. Μοιράζομαι αυτόν τον προβληματισμό μου με την κυρία Κωτούλα η οποία λέει πως από τη στιγμή που η ψυχοθεραπεία δεν είναι πλέον είδος πολυτελείας και είναι πολλοί αυτοί, που επιλέγουν να επισκεφτούν έναν ψυχολόγο, θα ήταν δύσκολο να έπρεπε να τον αναζητήσουν όλοι εκτός της πόλης τους. Η ίδια πιστεύει στις υπηρεσίες που μπορούν να προσφερθούν στους ανθρώπους χωρίς να χρειάζεται να ταλαιπωρούνται.‘Μια θεραπευτική συνεδρία διαρκεί 45-60’ ενώ μια οικογενειακή περίπου 1,5 ώρα’ λέει για να συνεχίσει ‘Σκεφτείτε να πρέπει οι άνθρωποι να μετακινούνται κιόλας. Είναι πολύς ο χρόνος σε μια εποχή που όλοι προσπαθούμε να εξοικονομήσουμε χρόνο. Από την άλλη, αν πούμε ότι δεν είναι ασφαλές οι άνθρωποι να απευθύνονται σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας της περιοχής τους, αυτό σημαίνει ότι δεν τηρούνται βασικοί κανόνες δεοντολογίας όπως η εχεμύθεια. Πραγματικά δεν θα ήθελα να σκέφτομαι ότι κάτι τέτοιο ισχύει. Το αντίθετο μάλιστα. Πιστεύω ότι η πλειοψηφία των συναδέλφων γνωρίζει τη δεοντολογία και την τηρεί με υπευθυνότητα. Για μένα πιο σημαντικό είναι κάθε άνθρωπος, που αναζητά βοήθεια, να καταφέρει να συναντήσει έναν θεραπευτή που θα του ταιριάζει και μαζί θα συνδημιουργήσουν μια καλή και ασφαλή θεραπευτική σχέση. Πάνω σε αυτό νομίζω ότι πλέον και οι άνθρωποι της επαρχίας μπορούν να νιώθουν τυχεροί που υπάρχουν θεραπευτές να απευθυνθούν και δεν χρειάζεται να ξενιτεύονται κάθε φορά’.
Φτάνοντας σιγά σιγά στο τέλος αυτής της συζήτησης, την προσκαλώ να προτείνει κάτι στους ανθρώπους που θέλουν να χτυπήσουν την πόρτα του ειδικού αλλά το σκέφτονται. Εκείνη λέει: ‘Θα έλεγα μάλλον ‘εν αρχή ην η σκέψη’! Από τη στιγμή που άρχισαν να το σκέφτονται, αυτό σημαίνει ότι έχει προκύψει μια ανάγκη και έχουν μπει σε μια εσωτερική διεργασία διαπραγμάτευσης για το αν είναι αυτή η κατάλληλη ώρα να ξεκινήσουν ψυχοθεραπεία. Οι άνθρωποι, επίσης, σκεφτόμαστε να αρχίσουμε ψυχοθεραπεία όταν προκύπτουν στη ζωή μας κρίσεις, μικρές ή μεγάλες, συνειδητοποιώντας ότι οι τρόποι που χρησιμοποιούσαμε μέχρι τώρα για να διαχειριστούμε τα γεγονότα δεν είναι πλέον επαρκείς ή αποτελεσματικοί. Όταν λοιπόν βλέπουμε ότι απλώς επαναλαμβάνουμε δυσλειτουργικά μοτίβα στις συμπεριφορές μας, όταν το σώμα μας αρχίζει και μιλάει με την εμφάνιση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, όταν οι σχέσεις μας δεν είναι πια ικανοποιητικές, όταν το συναίσθημά μας βαραίνει, χρειάζεται να το αφουγκραστούμε. Και επειδή οι άνθρωποι πολλές φορές εκλογικεύουμε, με αποτέλεσμα εν τέλει να ‘κρύβουμε’ τις πραγματικές μας ανάγκες, για αυτούς που το σκέφτονται να ξεκινήσουν ψυχοθεραπεία, θα πρότεινα να εμπιστευθούν το συναίσθημά τους και την ανάγκη τους’.
Η εμπειρία, που επιλέγει να μοιραστεί μαζί μας από όλα τα χρόνια που εργάζεται, είναι η εξής: ‘Είχα μια θεραπευόμενη η οποία, έπειτα από αρκετό καιρό θεραπείας, αποφάσισε να μοιραστεί μαζί μου ένα πολύ δύσκολο για εκείνη γεγονός που είχε συμβεί στη νεότητά της. Κατά τη διάρκεια της αφήγησής της άρχισα να συνειδητοποιώ ότι γνώριζα όσα μου περιέγραφε για να καταλήξουμε τελικά ότι υπήρχε μια σύνδεση με αυτή τη γυναίκα την οποία καμία από τις δυο μας δεν γνώριζε. Αυτό ήταν σοκαριστικό για μένα και ήταν το πρώτο καμπανάκι για το τι μπορεί να κληθείς να διαχειριστείς όταν δουλεύεις θεραπευτικά σε μια μικρή πόλη στην οποία έχεις γεννηθεί, μεγαλώσει και συνεχίζεις να υπάρχεις. Αυτό το αναφέρω γιατί θέλω να πω πως η ψυχοθεραπεία δεν είναι ένα αποστειρωμένο περιβάλλον αλλά μια διεργασία εξαιρετικά δυναμική και απρόβλεπτη κάποιες φορές. Αυτό προσομοιάζει στη ζωή που ζούμε όλοι μας και μέσα από τον τρόπο που διαχειριζόμαστε τα απρόοπτα στην ψυχοθεραπεία μαθαίνουμε πώς να διαχειριζόμαστε και τα απρόβλεπτα της ζωής. Το να δουλεύεις ως θεραπευτής σε μια μικρή πόλη έχει σίγουρα τις προκλήσεις και τις δυσκολίες του. Πιστεύω, όμως, πολύ στην αλήθεια με την οποία μπορούν να ιδωθούν και να ειπωθούν τα πράγματα και σίγουρα πιστεύω πολύ στην αυθεντικότητα του θεραπευτή και στο γνήσιο ενδιαφέρον του για τον άνθρωπο’.
Την Τάνια τη γνωρίζω από τα φοιτητικά της χρόνια και έχω να πω μόνο τα καλύτερα πρώτα για τον άνθρωπο και μετά για τον επαγγελματία που είναι. Μέσα στα χρόνια που γνωριζόμαστε κατάφερα να τη γνωρίσω μέσα από πολλούς ρόλους της και εξακολουθεί να με εντυπωσιάζει η αγάπη που έχει για αυτό που κάνει και η αφοσίωση με την οποία αφιερώνεται στους θεραπευόμενούς της. Ο ΊρβινΓιάλομ, που τόσο θαυμάζω, είπε πως είναι κακό σημάδι όταν οι άνθρωποι δεν έχουν καμιά περιέργεια για τον εαυτό τους. Και η Τάνια χαρακτηρίζεται από μια αέναη περιέργεια που την ωθεί στο να μετεκπαιδεύεται, να ασχολείται με τον εαυτό της και να εξελίσσεται. Όσο για την Καρδίτσα, την πόλη στην οποία ζει και εργάζεται, έχει γίνει και δική μου αγαπημένη πόλη μια που έχω ζήσει πολύ όμορφες και ξεχωριστές στιγμές εκεί είτε ως επισκέπτρια είτε ως επαγγελματίας που παρουσίασα βιβλία μου και διεξήγαγα ομιλίες.
Τα καλύτερα είναι μπροστά μας. Και τα καλύτερα τα βρίσκει κανείς παντού αρκεί να έχει ανοιχτά μάτια για να τα αναγνωρίζει. Όσο για εμάς θα βρεθούμε ξανά σύντομα μέσα από ένα επόμενο άρθρο!





.jpg)
.jpg)


.jpg)
.jpg)