Ακούγοντας και διαβάζοντας τον τελευταίο καιρό τη μία μετά την άλλη, τις δυσάρεστες ειδήσεις για την κλιμακούμενη αύξηση βίας και επιθετικότητας των εφήβων εντός ή/και εκτός του σχολικού χώρου, αναρωτιόμαστε για το κατά πόσο χρειάζεται να πάρουμε νέα, επιπρόσθετα μέτρα προκειμένου να αποφευχθούν ακόμα πιο δυσάρεστες συμπεριφορές στο μέλλον. Εδώ και χρόνια έχει μπει στο μυαλό μας και ευτυχώς και στην πράξη η ιδέα του σχολικού ψυχολόγου και η αναγκαιότητα της παρουσίας του σε κάθε σχολική βαθμίδα. Είναι όμως αρκετό;
Η σχολική ψυχολόγος Σταυρούλα Βαρσάκη λέει πως η παρουσία ψυχολόγου στο σχολείο δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα. Το σχολείο δεν είναι μόνο χώρος μάθησης. Αποτελεί ένα ζωντανό οργανισμό γεμάτο ενέργεια, ήχους, χρώματα και παραστάσεις και αυτό τον καθιστά ιδανικό χώρο για να καλλιεργήσουμε μία κουλτούρα συνεργασίας και αλληλεγγύης. Η υποστήριξη της σχολικής κοινότητας, συνεχίζει, σε ομαδικό ή ατομικό επίπεδο δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να αλληλεπιδράσουν και να δημιουργήσουν ένα θετικό σχολικό κλίμα όπου η συνεργασία και ο σεβασμός είναι θεμελιώδεις αξίες. Με αυτόν τον τρόπο οικοδομείται επίσης ένα ασφαλές και φιλόξενο περιβάλλον για όλους. Ο ψυχολόγος συμβάλλει ώστε οι μαθητές να αποκτήσουν δεξιότητες αυτορρύθμισης, ενσυναίσθησης και συνεργασίας και να ενισχυθούν σε προβληματισμούς ανάπτυξης σχέσεων, ταυτότητας και συναισθηματικής ωρίμανσης. Παράλληλα λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα σε μαθητές, εκπαιδευτικούς και οικογένειες.
Θέλω να μάθω ποια είναι τα συχνότερα προβλήματα που απασχολούν τους μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου και πόση σημασία δίνουν οι ίδιοι σε αυτά τα προβλήματα. Η κυρία Βαρσάκη περιγράφει αυτά που βιώνει μέσα από την καθημερινή της εμπειρία τονίζοντας ότι στα Γυμνάσια παρατηρούνται πιο έντονα ζητήματα ταυτότητας, αυτοεκτίμησης, αποδοχής από συνομηλίκους αλλά και από την οικογένεια και δυσκολίες στη διαχείριση κυρίως αρνητικών συναισθημάτων, όπως θυμού ή απογοήτευσης ενώ στα Λύκεια προστίθενται το άγχος των εξετάσεων, η πίεση των προσδοκιών και οι πρώτες υπαρξιακές αναζητήσεις του τύπου ‘ποιος είμαι;’ και ‘πού ανήκω;’. Οι μαθητές δίνουν μεγάλη σημασία σε αυτά ακόμα κι αν δεν το δείχνουν. Η εσωτερική τους ανησυχία κρύβεται, συχνά, πίσω από αδιαφορία, αρνητισμό, μηδενισμό ή ειρωνεία. Αυτό τους φέρνει τις περισσότερες φορές σε σύγκρουση τόσο με τους διδάσκοντες όσο και με τις οικογένειές τους, μια αναμενόμενη και φυσιολογική αναπτυξιακή πορεία που όμως χρειάζεται την κατάλληλη υποστήριξη για να έχει το μέγιστο θετικό αποτέλεσμα. ‘Ακούω συχνά ενήλικες’, παραδέχεται, ‘που εμπλέκονται με έφηβους, να απορούν λέγοντας ‘Γιατί στη δική μας γενιά δεν είχαμε τέτοια; Μια χαρά εξελιχθήκαμε και χωρίς ψυχολόγο. Μήπως τα παραχαιδεύουμε; Τα έχουν όλα και δεν είναι ευχαριστημένα με τίποτα’. Θα έλεγα ότι οι δύο περιπτώσεις είναι μη συγκρίσιμες μια που κάθε γενιά αναπτύσσεται σε ένα πολύ διαφορετικό περιβάλλον, με διαφορετικές προσλαμβάνουσες και προβληματισμούς, με διαφορετικά προνόμια και υποχρεώσεις.
Παλιότερα οι γενιές άλλαζαν ανά 2-3 δεκαετίες καθώς μια γενιά αναφέρεται σε όλους τους ανθρώπους που χωρίζονται σε κατηγορίες ηλικιών και ζουν περίπου την ίδια εποχή και αντιμετωπίζονται συλλογικά. Ωστόσο οι τελευταίες έρευνες δείχνουν ότι ο διαχωρισμός των γενεών γίνεται με βάση πολιτισμικές, πολιτικές, οικονομικές αλλά και τεχνολογικές εξελίξεις και επιρροές, οι οποίες συμβαίνουν πολύ πιο γρήγορα από το ρυθμό ενηλικίωσης ή τεκνοποίησης (δημιουργία νέας γενιάς) του ανθρώπου. Επομένως οι ανάγκες είναι διαφορετικές ανά γενιά και πλέον η έλλειψη του απαραίτητου χρόνου για επεξεργασία των ερεθισμάτων, που μας δίνονται, δημιουργεί και την ανάγκη για ψυχολογική υποστήριξη σε κάθε αναπτυξιακό μας βήμα. Δεν τα έκαναν οι παλιοί λάθος και οι νεότεροι σωστά ούτε το ανάποδο. Ανταποκρίνονται απλώς σε εντελώς διαφορετικές ανάγκες οι οποίες δημιουργούνται σε ταχύτερους ρυθμούς από αυτούς που μπορούμε να διαχειριστούμε’.
Είναι όμως εύκολο για έναν έφηβο να ζητήσει βοήθεια από έναν ψυχολόγο εντός σχολείου ή για κάποιους αποτελεί ακόμη ταμπού; Η συνεντευξιαζόμενη λέει πως αυτό εξαρτάται από το κλίμα του σχολείου. Όταν ο ψυχολόγος είναι ορατός, προσιτός και ενταγμένος στην καθημερινή ζωή της σχολικής κοινότητας, τα παιδιά τον εμπιστεύονται. Σε αυτό καταλυτικό ρόλο παίζουν φυσικά τόσο οι διευθυντές των σχολείων όσο και οι σύλλογοι διδασκόντων αναλόγως της διάθεσης που δείχνουν να έχουν απέναντι στο ρόλο του. Είναι επίσης σημαντικός ο ρόλος των γονιών των μαθητών. Όταν είναι υποστηρικτικοί στην αναζήτηση βοήθειας, τότε τα πράγματα είναι πιο εύκολα για τα παιδιά τους. Για κάποιους έφηβους εξακολουθεί να υπάρχει ντροπή ή φόβος μήπως φανούν αδύναμοι. Βλέπουμε πάντως σταδιακά μια θετική αλλαγή. Οι μαθητές ζητούν βοήθεια με περισσότερη ωριμότητα και χωρίς τόσες προκαταλήψεις.
Γνωρίζω πως από τη στιγμή που μιλάμε για ανήλικους απαιτείται η συγκατάθεση των γονιών προτού τους δει ο ψυχολόγος. Τι γίνεται άραγε σε περίπτωση που ένας γονιός αρνείται ενώ ο ειδικός κρίνει απαραίτητο να υποστηρίξει έναν έφηβο; Η συγκατάθεση των γονιών είναι απαραίτητη, σύμφωνα με την κυρία Βαρσάκη, ειδικά για σταθερές ατομικές συνεδρίες. Ωστόσο πλέον, βάσει κανονισμού, στο πλαίσιο του σχολείου μπορούν να γίνονται σύντομες υποστηρικτικές παρεμβάσεις ή παρατηρήσεις με στόχο τη στήριξη του παιδιού μέσα στην τάξη χωρίς να ενημερωθεί εκ των προτέρων ο γονιός. Ο ρόλος του ψυχολόγου στο σχολείο είναι προληπτικός και υποστηρικτικός και όχι θεραπευτικός. Βάσει του καθηκοντολογίου όταν ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας κρίνει ότι χρειάζεται συστηματική ψυχοθεραπεία, ενημερώνει τους γονείς και παραπέμπει σε αρμόδιες υπηρεσίες και φορείς. Σε περιπτώσεις που ο γονιός είναι αρνητικός, προσπαθεί να χτίσει εμπιστοσύνη και να εξηγήσει ότι η συνεργασία δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα αλλά στηρίζει τη μαθησιακή και συναισθηματική πορεία του παιδιού.
Αν και δεν έχω επαγγελματική εμπειρία από σχολικό πλαίσιο, ξέρω πως δεν είναι μόνο οι μαθητές που δυσκολεύονται στην καθημερινότητα του σχολείου. Είναι και οι εκπαιδευτικοί. Αναρωτιέμαι αν είναι δεκτικοί στην καθοδήγηση ή διευκόλυνση ενός σχολικού ψυχολόγου. ‘Οι εκπαιδευτικοί έχουν ανάγκη από υποστήριξη από τη στιγμή που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της σχολικής ζωής και κουβαλούν τεράστια ευθύνη όχι μόνο για τη μάθηση αλλά και για τη συναισθηματική ισορροπία της τάξης. Καλούνται μάλιστα συχνά να διαχειριστούν καταστάσεις πέρα από το διδακτικό τους ρόλο. Αρκετοί είναι πολύ δεκτικοί και συνεργάσιμοι ειδικά όταν αισθάνονται ότι ο ρόλος του ψυχολόγου είναι υποστηρικτικός και όχι ελεγκτικός. Χρειάζονται, συχνά, χώρο να εκφράσουν τη δική τους κόπωση, το άγχος και την αμφιβολία τους για το πώς να διαχειριστούν δύσκολες συμπεριφορές ή συναισθηματικά φορτισμένες καταστάσεις. Μέσα από συζήτηση, κοινή αναζήτηση λύσεων και μικρά εργαλεία διαχείρισης τάξης, βλέπουμε να αλλάζει το κλίμα και να βελτιώνονται οι σχέσεις μαθητών – εκπαιδευτικών. Σε αρκετές περιπτώσεις μια μικρή καθοδήγηση – όπως πώς να θέσουν όρια με συνέπεια ή πώς να αναγνωρίσουν τα σημάδια άγχους σε ένα μαθητή – μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά. Ουσιαστικά ο ψυχολόγος δεν έρχεται να ‘διορθώσει’ τον εκπαιδευτικό και σε καμία περίπτωση δεν τα ξέρει όλα και δεν έχει τη ‘μαγική συνταγή’ που θα διορθώσει χρόνια κοινωνικά και οικογενειακά προβλήματα. Ο ψυχολόγος βρίσκεται εκεί για να σταθεί δίπλα όχι μόνο στο μαθητή αλλά και στον εκπαιδευτικό ως συνεργάτης και συν-υποστηρικτής της κοινής προσπάθειας’, απαντά η κυρία Βαρσάκη.
Ας μην ξεχνάμε πως το σχολείο περιλαμβάνει μαθητές, εκπαιδευτικούς αλλά και γονείς μια που εμπλέκονται και αυτοί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην τριγωνική αυτή σχέση. Τι γίνεται με τους γονείς; Είναι και αυτοί μια ομάδα που χρειάζεται υποστήριξη. Τι λέει η συνεντευξιαζόμενη; Τι παρατηρεί; ‘Οι γονείς πρέπει αρχικά να αντιληφθούν ότι αποτελούν βασικό κομμάτι του παζλ, συμπληρωματικό και όχι ανταγωνιστικό των εκπαιδευτικών. Στις συζητήσεις, που κάνουμε με τους γονείς αλλά και με τους εκπαιδευτικούς, συνηθίζω να παρομοιάζω την εξέλιξη ενός μαθητή με ένα τρίγωνο. Στη βάση του βρίσκονται οι ενήλικες που επηρεάζουν το μαθητή, παιδί ή έφηβο. Όσο πιο σταθερή είναι η βάση (γονείς και εκπαιδευτικοί) τόσο πιο ψηλά μπορεί να ανεβεί η μαθητική κοινότητα και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την καλοπροαίρετη συνεργασία και την ενεργητική ακρόαση όλων των μερών ξεκινώντας από τη βάση και προχωρώντας στην κορυφή. Όταν η επικοινωνία γονιών – εκπαιδευτικών – μαθητών είναι ανοιχτή, το παιδί νιώθει ασφάλεια και συνέπεια. Σε αυτό το τρίγωνο ο ψυχολόγος λειτουργεί υποστηρικτικά προς όλους και βρίσκεται κάπου στο κέντρο. Σε πραγματικό χρόνο δυστυχώς πολύ λίγοι γονείς ζητούν καθοδήγηση και αρκετοί απέχουν από τις δράσεις του σχολείου (ομιλίες, σχολές γονέων κλπ) ενώ άλλοι αισθάνονται άβολα ή ενοχικά. Καταφεύγουν συνήθως σε ψυχολόγο όταν πια έχει συσσωρευτεί αρκετή δυσλειτουργία στη σχέση τους με το παιδί και κατ’ επέκτασιν στη συμπεριφορά του. Ωστόσο τότε είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει μια συνθήκη’, ομολογεί.
Θέλω πολύ να μάθω αν είναι ευχαριστημένη από τον τρόπο με τον οποίο αγκαλιάζει η πολιτεία το ρόλο του σχολικού ψυχολόγου. Της ζητώ να προτείνει αυτά που, κατά τη γνώμη της, μπορούν να βελτιωθούν. Η ίδια, με το χιούμορ που τη χαρακτηρίζει, φοβάται πως δεν θα μας φτάσει ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας για να πει όλα αυτά που σκέφτεται. Ισχυρίζεται ότι έχουν γίνει βήματα αλλά υπάρχουν ακόμη πολλές ελλείψεις. Το γεγονός ότι πλέον οι σχολικοί ψυχολόγοι έχουν θεσμικά αναγνωρισμένο ρόλο είναι από μόνο του μια μεγάλη κατάκτηση. Ωστόσο στην πράξη οι ανάγκες των σχολείων είναι πολύ μεγαλύτερες από τις παροχές του συστήματος. ‘Ένας ψυχολόγος, συχνά, καλύπτει πέντε σχολεία και, απουσία οργανικών θέσεων, δεν ξέρει πότε και πού θα τοποθετηθεί, κάτι που περιορίζει τη συνέπεια και τη συνέχεια των παρεμβάσεων αλλά και τη δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων εμπιστοσύνης με τη σχολική κοινότητα, που είναι βασικό στοιχείο στη δουλειά μας’, λέει για να συνεχίσει ‘Λείπει, επίσης, μια πιο δομημένη εποπτεία και επιμόρφωση για όσους εργάζονται σε σχολεία καθώς και μια σταθερή συνεργασία με τις διευθύνσεις εκπαίδευσης και τις δομές ψυχικής υγείας της κοινότητας’. ‘Θα ήθελα’, καταλήγει, ‘να είναι ο ψυχολόγος μόνιμο και οργανικό μέλος της σχολικής κοινότητας, με ενεργό ρόλο όχι μόνο στην αντιμετώπιση κρίσεων αλλά και στην πρόληψη, την προαγωγή ψυχικής ανθεκτικότητας και τη σύνδεση σχολείου – οικογένειας. Μόνο τότε θα μπορούμε να λέμε ότι προσφέρουμε ουσιαστικά. Προς το παρόν λειτουργούμε σαν ‘τσιρότα υποστήριξης’.
Φτάνοντας στο τέλος αυτής της συνάντησης, οφείλω να πω πως επαγγελματίες και κυρίως άνθρωποι σαν την Σταυρούλα, την αγαπημένη μου Σταυρούλα, έχουν να δώσουν πολλά στους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς που θα βρεθούν στο δρόμο τους. Έχοντας το προνόμιο να τη γνωρίζω από τα φοιτητικά της χρόνια, απολαμβάνω τον ενθουσιασμό με τον οποίο αφιερώνεται στη δουλειά της και την απόλυτη ευσυνειδησία με την οποία συνεχίζει να επιμορφώνεται, να εκπαιδεύεται και να εξελίσσεται. Κάτι που δυστυχώς δεν είναι αυτονόητο για όλους τους συναδέλφους. Την προσκαλώ σε μια ανάμνηση. Την παρακινώ να θυμηθεί και εν συνεχεία να μοιραστεί μια εμπειρία που θα της μείνει αξέχαστη κι εκείνη το κάνει υπογράφοντας έτσι τον επίλογο αυτού του άρθρου:
‘Θα ξεχωρίσω μια πολύ δυνατή εμπειρία την πρώτη μου χρονιά σε σχολείο. Υπηρετούσα σε ΕΠΑΛ και στην προσπάθειά μου να ενεργοποιήσω αισθήματα ενσυναίσθησης και αυτοφροντίδας ξεκίνησα μια ομάδα εκπαίδευσης στις πρώτες βοήθειες σε συνεργασία με το Kidssavelives. Συμμετείχαν συνολικά 40 περίπου μαθητές και μαθήτριες από τις τρεις τάξεις του Λυκείου. Από αυτήν την ομάδα παιδιών συστάθηκε μια αγωνιστική ομάδα 5 μαθητών που συμμετείχαν στον πανελλήνιο μαθητικό διαγωνισμό ΚΑΡΠΑ. Η εγγραφή στο διαγωνιστικό τμήμα και η προπόνησή τους διήρκησε μόνο μια εβδομάδα. Τα παιδιά θυσίασαν διαλείμματα και προσωπικό χρόνο για να κάνουν εξάσκηση και ήταν πλήρως αφοσιωμένα και υποστηρικτικά το ένα με το άλλο παρόλο που δεν ήταν ούτε φίλοι, ούτε συμμαθητές, ούτε καν συνομήλικοι. Στο διαγωνισμό θα συμμετείχαν τρεις, οι δύο αναπληρωματικοί. Προπονήθηκαν και οι πέντε, ήρθαν και οι πέντε ένα Σάββατο, διαγωνίστηκαν σαν ομάδα, οι τρεις ορίστηκαν με κλήρωση, οι άλλοι δύο δεν έφυγαν, έμειναν εκεί και υποστήριζαν την ομάδα τους παρατηρώντας λάθη και τις άλλες ομάδες δίνοντας συμβουλές. Τελικά βγήκαν 3οι στην Ελλάδα. Πέντε παιδιά, σχεδόν άγνωστα μεταξύ τους, με ελάχιστη προπόνηση. Μπορεί να μην έγιναν φίλοι μετά από αυτό αλλά μέσα από αυτήν την ομάδα ενισχύθηκε η αυτοπεποίθηση του σχολείου, πίστεψαν ότι μπορούν να τα καταφέρουν αν θελήσουν να βάλουν ένα στόχο. Μάθημα πολύτιμο ειδικά για τους μαθητές των ΕΠΑΛ που έρχονται, συχνά, στο σχολείο με ‘κομμένα φτερά’ και τη ρετσινιά του δήθεν άχρηστου, κάτι που συνάντησα πολύ και με πονά. Είμαι πολύ περήφανη για αυτήν την ομάδα και ελπίζω να έχουν βρει το δρόμο τους’.
O Γκράνβιλ Στάνλευ Χωλ είπε ότι η εφηβεία είναι μια νέα γέννηση καθώς τώρα γεννιούνται τα ανώτερα και πιο ολοκληρωμένα ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Αν είναι έτσι, είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη, η ευθύνη που έχουμε απέναντι στους έφηβους. Και για αυτήν την ευθύνη οφείλουμε να κάνουμε το καλύτερο και το περισσότερο από όποια θέση κι αν έχουμε στη ζωή τους.
Την επόμενη φορά που θα ακούσουμε ή θα διαβάσουμε μια δυσάρεστη είδηση με πρωταγωνιστές έφηβους, ας αναρωτηθούμε αν κάναμε το περισσότερο και καλύτερο που μπορούσαμε για αυτούς. Όσο για εμάς θα ανταμώσουμε ξανά και σύντομα μέσα από ένα καινούργιο άρθρο!










