338
Με το που ανακοίνωσε η Ακαδημία επισήμως τη λίστα των ταινιών που υπέβαλλαν οι χώρες, δεν πρόλαβαν να ξεκινήσουν καλά – καλά οι ειδικές προβολές, και δέχτηκα τέσσερα εκστασιασμένα τηλεφωνήματα. Από εκεί, από το Λος Αντζελες.

Τα τρία εξ αυτών είχαν ως «αντικείμενο» «Το κυνήγι» του Τόμας Βίντενμπεργκ που αποφάσισε να στείλει η Δανία. Το οποίο το περιμέναμε πέρσι που γινόταν και στην Ελλάδα αλαλαγμός με το φιλμ ύστερα από τις Κάνες και την Ευρωπαϊκή Ακαδημία αλλά η Δανία είχε επιλέξει να στείλει τον «Έρωτα της βασίλισσας», που κατάφερε και μπήκε και στην πεντάδα των υποψηφίων. Φέτος λύθηκε το μυστήριο μια και «Το κυνήγι» υπέπιπτε στους ίδιους κανόνες που φέτος έχουν σαν θύμα την «Ζωή της Αντέλ» από τη Γαλλία. «Το κυνήγι» είχε βγει στην πατρίδα του, τη Δανία, σε ημερομηνίες εκπρόθεσμες για τα Οσκαρ του 2013, όχι όμως και του 2014. Το κράτησαν οι Δανοί για φέτος και ιδού τα τρία πρώτα τηλεφωνήματα: «Φοβάμαι ότι θα είναι με διαφορά το καλύτερο», «Τι συγκλονιστική ταινία είναι αυτή», «Το ψήφισα ήδη»…
Το τέταρτο τηλεφώνημα είχε να κάνει με την «Μεγάλη ομορφιά» του Πάολο Σορεντίνο που έστειλε η Ιταλία. «Όπως τα είπε ο Guardian. Μετά τη «Ρώμη ανοχύρωτη πόλη» που είναι η Ρώμη του φασισμού και την «Ντόλτσε Βίτα» που είναι η Ιταλία των 60ς, έχουμε το τρίτο αριστούργημα με πρωταγωνίστρια τη Ρώμη, αυτή τη φορά του Μπερλουσκόνι». Ωστόσο, το τέταρτο τηλεφώνημα μου ενέσπειρε την απαραίτητη «ανησυχία» διότι συμπλήρωσε: «Βέβαια, έχουμε και «Το κυνήγι» της Δανίας και δεν σου κρύβω ότι μου άρεσε εξίσου».
Τώρα, να πω ότι κι εγώ τα έχω ξεκαθαρίσει ανάμεσα στα δύο, θα είναι ψέμα. Η Ιταλία έχει περάσει την πιο άγονη δεκαπενταετία της Ιστορίας της όπου στην προηγούμενη δεκαετία, στα 00ς, μόνο μία φορά κατάφερε να μπει στην πεντάδα, το 2006 με το «Μην της το πείς» της Κριστίνα Κομεντσίνι και στην καινούργια δεκαετία δεν έχει ακόμα «σταυρώσει» υποψήφιο, εκεί που κάποτε ήταν μόνιμη, σχεδόν ετησίως. Με την «Μεγάλη ομορφιά» έχει τεράστιες πιθανότητες για την πεντάδα και άλλες τόσες για την τελική νίκη.
«Με «Το κυνήγι», όμως, απέναντι της, θα δυσκολευτεί αρκετά» με προσγείωσε στην πραγματικότητα ο συνομιλητής μου. Κι εσύ Βρούτε;

Κι από τα άλλα;
«Όπως είδες, με τα Οσκαρ ξεχνούν τις πολιτικές διαφορές τους με την Αμερική και κάνουν μια περιορισμένου χρόνου ανακωχή. Και το Ιράν έστειλε ταινία κι η Σαουδική Αραβία έστειλε κι η Παλαιστίνη έστειλε» συνέχισε.
Το Ιράν έχει πάρει φόρα μετά τη νίκη του το 2012 με το «Ένας χωρισμός» του Ασγκάρ Φαραντί και στέλνει για φέτος την καινούργια του ταινία κι ας είναι μισή γαλλική» εννοώντας «Το παρελθόν» (που παίζεται ήδη από την Πέμπτη) για το οποίο πήρε βραβείο στις Κάννες η Μπερενίς Μπεζό. Σημειωτέον ότι το Ιράν είχε κερδίσει εις βάρος (και) του Ισραήλ, το οποίο έχει προταθεί δέκα φορές κι έχει χάσει και τις δέκα, στην κατά τα άλλα «εβραιοκρατούμενη» Ακαδημία.
Η Σαουδική Αραβία έστειλε επισήμως αυτό που είδαμε προ 15νθημέρου, «Το απαγορευμένο ποδήλατο» όπου και τα δύο, και το ιρανικό και τούτο, υποτίθεται ότι είναι αντικαθεστωτικά. «Ναι αλλά το Οσκαρ, είναι Οσκαρ». Μάλιστα.

Ταινία υπέβαλε και το Ισραήλ, ταινία έστειλε κι η Παλαιστίνη.
Το μεν πρώτο στέλνει ένα φιλμ πάνω στο «παλαιστινιακό ζήτημα» με τίτλο «Βηθλεέμ», για το οποίο είχα γράψει τις μέρες του Φεστιβάλ Βενετίας, όπου είχε συμμετάσχει, κι έχει ως θέμα μια παράξενη συνεργασία ανάμεσα σε Ισραηλινό αστυνομικό και τον Παλαιστίνο πληροφοριοδότη του. Η δε Παλαιστίνη, στέλνει τον «Ομάρ» του Χάνι Αμπού Ασαντ, του σκηνοθέτη που έφερε την χώρα υποψήφια στα Οσκαρ το 2006 με το «Παράδεισος Τώρα», όπου και το φετινό εμπνέεται από μια ιστορία που διαδραματίζεται στη Δυτική Οχθη
71 χώρες υπέβαλαν φέτος ταινία, καταρρίπτοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ.
Βέβαια, την τελευταία ώρα έγιναν και κάποιες αλλαγές.
Η Ακαδημία, τελικώς, δεν έκανε δεκτή την υποβολή της Τσεχίας , που ήταν η «Καιόμενη βάτος» της Ανιέσκα Χόλαντ γύρω από την ιστορία του Τσέχου φοιτητή που αυτοπυρπολήθηκε όταν τα σοβιετικά τανκς τερμάτισαν την Άνοιξη της Πράγας το 1968, διότι είχε μεταδοθεί σε τρεις συνέχειες από την τσέχικη τηλεόραση. Στην αρχή δεν είπαν τίποτε, στη συνέχεια, όμως, ειδοποίησαν κι έτσι η χώρα το απέσυρε κι έστειλε στη θέση του το φιλμ του βετεράνου Γίρις Μέντζελ «Οι Δον Ζουάν», ο οποίος είναι μια σταθερή αν και παλιωμένη αξία για τον κινηματογράφο της χώρας αυτής. Εχει πάρει Οσκαρ για τη χώρα του, την τότε Τσεχοσλοβακία, το 1968 με το «Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν» κι είναι αυτός που ξανάβαλε τη χώρα στο οσκαρικό παιχνίδι, το 1987, ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας με το «Γλυκό μου χωριουδάκι» ενώ πριν μερικά χρόνια τον είχε ξαναστείλει η Τσεχία με το «Υπηρέτησα τον βασιλιά της Αγγλίας» που, όμως, δεν κατάφερε να περάσει στην πεντάδα.
«Για τα άλλα τι έχεις ακούσει;» η ερώτηση μου.
Κι η απάντηση «Για το βραζιλιάνικο λένε, το «neighboring sounds» αλλά ακόμα δεν ξέρω τίποτε»…
Και για το ελληνικό;
«Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού»;
Ο φίλος δεν το έχει δει ακόμα, ωστόσο για την πληροφορία, ήταν ένθερμος υποστηρικτής του «Κυνόδοντα»…
Φωτογραφικό υλικό

