753
Ανεκδιήγητο «Μπετόβεν, Μπαχ & Μπύρα»… στο θέατρο Αριστοτέλειον. Είδαμε και σχολιάζουμε…
Τεράστια η ουρά στο ταμείο του θεάτρου Αριστοτέλειον, στην πρεμιέρα της παράστασης «Μπετόβεν, Μπαχ και μπύρα» από την ομάδα DATA–ART σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Αποστολόπουλου. Οπότε η 45λεπτη!!! καθυστέρηση ήταν το λιγότερο που περιμέναμε. Αν και… μάλλον αναμενόμενη η προσέλευση, καθώς το αρκούντως «προκλητικό» δελτίο τύπου, φρόντισε επιτυχημένα γι αυτό. Το οποίο με ύφος χιουμοριστικό μας ενημερώνει ότι η παράσταση είναι εμπνευσμένη από κείμενα του ιδιαίτερου συγγραφέα Τσάρλς Μπουκόφτσκι και μεταξύ άλλων αναφέρει: «… Δυο άνδρες και τρεις γυναίκες ξεδιπλώνουν επί σκηνής έναν κόσμο άγριο, βίαιο, παράξενο και αστείο… ο βρώμικος μα και τόσο αληθινός κόσμος του Μπουκόφτσκι, αναπλάθεται όχι όπως συνήθως τον αντιλαμβανόμαστε στα γραπτά του… Η παρακμή, η πτώση, η ερωτική έξαψη, τα πρωινά «φουσκώματα», τα βραδινά κατακάθια της θλίψης, τα σπασμένα εμπορεύματα της εποχής μας… Ροζ και μαύρες ιστορίες, σαρκασμός, κωμικοί και τραγικοί διάλογοι…κλπ.» Πληροφορώντας μας επιπλέον ότι οι πρωταγωνιστές «παίζουν, βρίζουν, γδύνονται, διευθύνουν ορχήστρες, τραγουδούν, χορεύουν και ουρούν onstage!» Ε, όσο να πεις, είναι αρκετά αυτά που… γαργαλάνε!

Τί συνέβη όμως επί σκηνής; Πολλά και διάφορα και ξεκινάμε από τις σοβαρές ενστάσεις (-):
– Κατ’ αρχήν έλαβαν χώρα ΔΥΟ παραστάσεις, ΜΙΑ στο πρώτο μέρος και ΑΛΛΗ ΜΙΑ στο δεύτερο, εντελώς διαφορετικού ύφους/ ρυθμού/ σκηνοθεσίας, άσχετα αν ο σκηνοθέτης Γρ. Αποστολόπουλος, θεώρησε ότι επιμελήθηκε μία ενιαία. Τέτοιο σκηνοθετικό και όχι μόνο «διχασμό», σπάνια συναντά κανείς. Λες και μετά το διάλειμμα να μπήκαμε σε… άλλο θέατρο, να δούμε… άλλο έργο, από… άλλη ομάδα! Χωρίς τίποτα κοινό μεταξύ των δύο μερών σε επίπεδο κειμένου, ύφους, συναισθήματος, ροής, ατμόσφαιρας. Η μέρα με τη νύχτα κυριολεκτικά! Τόσο που να αναρωτιέσαι, αν η «σχιζοφρένεια» οφείλεται σε κάποια περίεργη άποψη του σκηνοθέτη, ή στην χωρίς μέτρο… κατανάλωση μπύρας! Με αποτέλεσμα τον πλήρη αποπροσανατολισμό και την απουσία ταυτότητας.
– Το πρώτο και μεγαλύτερο μέρος λοιπόν (η ΠΡΩΤΗ παράσταση, για να μη ξεχνιόμαστε), ξεκίνησε με τη φωνή του Αντώνη Κανάκη, να απαγγέλλει (με το γνωστό του στόμφο) κείμενο του Μπουκόφτσκι. Ακολούθησε ένας ενδιαφέρων «σουρεαλιστικός» διάλογος με υπαρξιακά ερωτήματα, για να δώσει στη συνέχεια τη σκυτάλη σε ένα κολλάζ ετερόκλητων ερωτικών σκηνών, σε όλες τις εκφάνσεις και ποικίλες αποχρώσεις του έρωτα … Από ωμά ρεαλιστικές ή βίαιες, μέχρι τρυφερές ή χαριτωμένες, μέχρι κωμικές ή κυνκές, φθάνοντας μέχρι την απομυθοποίηση… Με στοιχεία παρακμής και αδιεξόδου, μέσα από καταστάσεις και διαλόγους κωμικο-τραγικούς, ενώ σε οθόνη προβολής παρεμβάλονταν η εικόνα του Συγγραφέα (Πασχάλης Τσαρούχας) να εκθέτει τις σκέψεις του… Με γρήγορες εναλλαγές, μπόλικο ερωτισμό και ενίοτε λίγο γυμνό, τραβηγμένες κάποιες σκηνές, επιφανειακό χιούμορ…
– Το πρώτο που μας χάλασε στην ΠΡΩΤΗ παράσταση, ήταν η ασάφεια, η έλλειψη δομής και κειμένου – βάσης, το χαώδες του πράγματος στη σκηνοθεσία. Μια διαρκής ανακύκλωση ερωτικών στιγμών (πόσο πια!), ένα στριφογύρισμα στο ίδιο σημείο, χωρίς να διακρίνεται «κάτι» που θα οδηγήσει την εξέλιξη «κάπου», χωρίς ορατό στόχο. Με αποσπάσματα από κείμενα του Μπουκόφτσκι και σύγχρονες προσθήκες, που όμως έδωσαν ένα ανομοιογενές υλικό χωρίς καθαρή ταυτότητα, ένα κείμενο αβέβαιο, αχανές, χωρίς ειρμό. Ας πούμε οι σκέψεις και τα «βρώμικα» λόγια του «αιρετικού» συγγραφέα που ύμνησε το περιθώριο, όσο «σύγχρονα» κι αν το δεις, ΔΕΝ κολλάνε με αναφορές στο… facebook (!) με τίποτα! Όπως ΔΕΝ κολλάνε τα συντηρητικά αστειάκια του συρμού, οι πιασάρικες ατάκες, το επιφανειακό χιούμορ, γιατί το δικό του ήταν ξεκάθαρα πικρό και βαθύ…
– Το δεύτερο που μας χάλασε ήταν η ανύπαρκτη σύνδεση ενός τόσο χαρακτηριστικού τίτλου σε ρόλο «κράχτη», με το περιεχόμενο. Το γεγονός ότι υπήρχε σε σημεία μουσική επένδυση από Μπετόβεν και Μπαχ, χωρίς καμία οργανική ή συμβολική ή όποια άλλη σύνδεση των δύο κλασικών με το ίδιο το έργο (πέραν μια ανούσιας αναφοράς), ΔΕΝ δικαιολογεί την ύπαρξή τους στον τίτλο, ως σήμα κατατεθέν της παράστασης. Αλίμονο αν το όνομα του ΟΠΟΙΟΥ συνθέτη, που επιλέγεται η μουσική του να ντύσει μια παράσταση, χρησιμοποιείται ως κράχτης στον τίτλο της. Δηλαδή τί; «Χατζηδάκης και ούζο»; «Κραουνάκης και κρασί»; «Jon Lennon και ουίσκι»; Βέβαια στη συγκεκριμένη περίπτωση βόλεψε η παρήχηση του «μπ»… το ΜΟΝΟ που συνέδεσε τα τρία «Μπ» στη σειρά και ουδέν πέραν τούτου!
– Το τρίτο που μας έβγαλε «εκτός κλίματος», ήταν η έλλειψη αυτής της ιδιαίτερης/ αντισυμβατικής/ παρακμιακής/ περιθωριακής ατμόσφαιρας που κυριαρχεί στα έργα του συγγραφέα. Μια ατμόσφαιρα σκοτεινή, έκφυλη, στα όρια της αυτοκαταστροφής και του σπαραγμού, που ουδόλως μας παρέπεμψε το κλίμα της παράστασης, θυμίζοντας περισσότερο κομεντί με σύγχρονες «ερωτοδουλειές» και λίγο επιφανειακό προβληματισμό, δοσμένα με ένα ύφος πιο σουρεαλιστικό ή ανώδυνα κωμικό. Εν ολίγοις ένα κράμα περίεργο, ένα «ναι μεν αλλά…», χωρίς να είναι ξεκάθαρο ούτε το «ναι», ούτε το «αλλά»…
– Στη ΔΕΥΤΕΡΗ παράσταση (τυπικά το δεύτερο μέρος της πρώτης), ΟΛΑ άλλαξαν εκ βάθρων(+)! Έντονο συναίσθημα, ατμοσφαιρικοί φωτισμοί, σωματικό θέατρο, τραγικοί μονόλογοι, συμβολισμοί, παύσεις, αργός ρυθμός… για να δοθεί έμφαση στη μοναξιά και την αγάπη, με ένα όμορφο και δυνατό συναισθηματικά – συμβολικά κλείσιμο. Ένα μέρος που ανέδειξε τις υποκριτικές δυνατότητες κυρίως των ανδρών-ηθοποιών με τους μονολόγους τους και τη σωματικότητα των γυναικών με τον αέρινο χορό. Που ανέδειξε επίσης το κυρίαρχο συναίσθημα και οδήγησε σε έναν ορατό στόχο, που ωστόσο ΤΙΠΟΤΑ στο πρώτο μέρος δεν προϊδέαζε γι αυτόν! Και αναρωτιέται ο θεατής: ΠΩΣ είναι δυνατόν να προκύπτουν δύο τόσο ανομοιογενή και ετερόκλητα μέρη; ΓΙΑΤΙ να υποστεί μια μετριότητα περιμένοντας την όποια «δικαίωση» στα τελευταία λεπτά;
– Πρέπει ωστόσο να προσθέσουμε ότι σε αυτά που μας «έφτιαξαν», ήταν κατ’ αρχήν οι επιτυχημένες μουσικές επιλογές του Αντώνη Κανάκη, γνώστη του είδους. Αντίθετα η ηχοληψία του βίντεο με τον εκφραστικό «συγγραφέα» Π. Τσαρούχα, ήταν κάκιστη, προσπαθώντας να στήσουμε αυτί στα λεγόμενα. Ικανοποιητικοί οι φωτισμοί, ενώ δεν θα λέγαμε το ίδιο για την αισθητική των κοστουμιών. Από άποψη υποκριτικής, ξεχώρισαν ερμηνευτικά οι δύο άνδρες, ιδιαίτερα στο δεύτερο, πιο απαιτητικό μέρος.
Και κάτι τελευταίο, όσον αφορά στο κοινό, καθώς κάποιοι έχουν συνδυάσει την παρακολούθηση μιας παράστασης με… χαβαλέ! Δικαίωμά τους να το εισπράττουν «έτσι» οι ίδιοι, όμως οι υπόλοιποι γιατί; Καθώς στην εν λόγω πρεμιέρα, η πλατεία είχε μεταβληθεί περίπου σε ένα ανοιχτό… πάρκο, με κάποιους να πηγαινοέρχονται άνετα, να ανοιγοκλείνουν σακούλια και τσάντες, να τριζοβολάνε στα καθίσματα (λίγο λάδωμα επειγόντως!), να χαζογελάνε με την παρέα, να κυλάνε στα πατώματα μπουκάλια μπύρας και λοιπά… ωραία και θεατρικά! Τελικά, μήπως η προσφορά μπύρας δεν ήταν γενικώς καλή έμπνευση;
Όσο για την παράσταση… μεγάλο το δίλημμα της αξιολόγησης! Πώς να την επιχειρήσεις; Με κριτήριο το πρώτο ανούσιο και τραβηγμένο πρόχειρο μέρος ή το δεύτερο συναισθηματικό και ατμοσφαιρικό; Και η δικαιοσύνη του… Σολομώντα λέει «στη μέση»!
.
Βαθμολογία
5 στα 10
–ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΕΔΩ
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΤΕ ΚΑΙ ΕΣΕΙΣ THN ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΨΗΦΙΖΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΚΟΙΝΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ 13 ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΤΗΣ “Κ”, δείτε που τι και πως… κλικ στο banner….
Φωτογραφικό υλικό



