Είδε ο Γιάννης Τσιρόγλου και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα
Είναι αυτονόητη η Δημοκρατία; Πώς ορίζεται και πώς την αντιλαμβάνεται ο καθένας; Ποιος ασκεί την πραγματική εξουσία και με ποια κριτήρια επιλέγονται τα πρόσωπα που μας διοικούν; Είναι, τελικά, ο λαός υπόλογος για τις επιλογές του και με ποιον τρόπο αντιδρά — ή μήπως απλώς σωπαίνει, καταπίνοντας αμάσητο ό,τι του σερβίρουν;
Και μπορεί μια παράσταση μέσα σε μόλις 65 λεπτά να αναδείξει το «πάνθεον» της ελληνικής κοινωνίας από τη Χούντα μέχρι τις μέρες μας; Η απάντηση είναι θετική, μόνο αν το έργο είναι σαφές, δομημένο, διαθέτει μέτρο και χαρακτήρες ικανούς να υποστηρίξουν το όραμα του δημιουργού. Στην προκειμένη περίπτωση, το «Είστε όλοι σας καθάρματα», Ελλάδα 2.0 του Ροντρίγκο Γκαρσία το οποίο φρεσκάρισε και προσάρμοσε στα καθ’ ημάς ο Χριστόφορος Χριστοφορίδης, δυστυχώς δεν απέδωσε τα αναμενόμενα στη σκηνή του Θεάτρου Τεχνών.
Με τα «φάουλ» της παράστασης να ξεκινάνε από την ίδια την οπτική ταυτότητα. Η αφίσα και ο τίτλος λειτουργούν ισοπεδωτικά· δεν μπορείς να εξισώνεις δημοκρατικά εκλεγμένους πρωθυπουργούς με τους πραξικοπηματίες της Χούντας ή τη Χρυσή Αυγή, εκτός και αν πρόκειται για θέατρο ντοκουμέντο, που στην προκειμένη περίπτωση σε καμία περίπτωση δεν ήταν. Αυτός ο αφοριστικός τόνος ακυρώνει το περιεχόμενο μιας παράστασης που υποτίθεται πως αναζητά τη δικαίωση, δημιουργώντας πονηρές σκέψεις και εντυπώσεις αοριστίας.
Εν αρχή ην ο λόγος, όμως στα «Καθάρματα» ο λόγος πάσχει βαριά από το πρώτο κιόλας λεπτό. Το κοινό έρχεται αντιμέτωπο με ένα ακατανόητο λογύδριο, όπου συχνά δυσκολεύεσαι να αντιληφθείς τι λέγεται, τι εννοείται και, κυρίως, πού αποσκοπεί όλη αυτή η προσπάθεια. Η απουσία συγκεκριμένων χαρακτήρων —ενός «Γιάννη», μιας «Μαρίας» ή μιας «Ελένης» που να ζουν, να βιώνουν και να επικοινωνούν τα προβλήματά τους— στερεί από το έργο την απαραίτητη θεατρική σάρκα. Η αδυναμία του δημιουργού να υποστηρίξει τη σωρεία των θεμάτων που θίγει, καταλήγοντας σε έναν στείρο καταγγελτισμό προσώπων και καταστάσεων, αποτελεί και το σημαντικότερο «φάουλ» της όλης προσπάθειας.
Ετσι λοιπόν, με ένα κείμενο παντελώς ρηχό, λειτουργώντας περισσότερο ως μια επιφανειακή και σχεδόν διεκπεραιωτική παράθεση γεγονότων, παρά ως μια συγκροτημένη θεατρική σύνθεση και διανθισμένο από βίντεο-στιγμιότυπα του παρελθόντος —από το Πολυτεχνείο και τον Καραμανλή, στην απατηλή Ελλάδα του ’80, το Χρηματιστήριο, τα Μνημόνια και τα σενάρια εξόδου από την Ευρώπη— καταλήγοντας φυσικά στο «γκραν σουξέ» της τραγωδίας των Τεμπών. Ως αποτέλεσμα, όλη αρχιτεκτονική του έργου περιορίστηκε σε μια απλή αναφορά συμβάντων, τα οποία οι ηθοποιοί απέδωσαν με έναν συμπληρωματικό στόμφο, μέσα από μίνι λογύδρια που στερούνταν ουσιαστικού περιεχομένου, δραματικού βάθους και αναστοχασμού.
Μέσα από όλα αυτά, γεννιέται εύλογα το ερώτημα: με ποιο κριτήριο επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένοι και μόνο σταθμοί; Προκαλεί απορία η συνειδητή απουσία καίριων γεγονότων που συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία και άφησαν ανεξίτηλα τραύματα, όπως η δράση της «17 Νοέμβρη», οι φονικές πλημμύρες στη Μάνδρα ή η εθνική τραγωδία στο Μάτι.
Αυτές οι ηχηρές παραλείψεις εκθέτουν την αδυναμία του έργου να προσφέρει μια σφαιρική και δίκαιη ανατομή της σύγχρονης ιστορίας μας. Επιπλέον, η επιμονή σε μια καθολικά αρνητική οπτική, χωρίς ούτε μια αναφορά σε κάτι θετικό που συνέβη αυτά τα πενήντα και πλέον χρόνια, προσδίδει στο εγχείρημα μια μονοδιάστατη και άδικη χροιά.
Επιπλέον, η διαχείριση του χρόνου υπήρξε προβληματική, καθώς δεν μοιράστηκε με όρους θεατρικής ισονομίας. Στιγμές ορόσημα «ξεπετάχτηκαν» βιαστικά μέσα σε μόλις ένα-δύο λεπτά, την ίδια ώρα που δινόταν αδικαιολόγητη έκταση σε άλλες θεματικές. Αυτή η δυσαναλογία είχε ως αποτέλεσμα το τελικό σύνολο να φαντάζει επιτηδευμένο, ποντάροντας στον εύκολο συγκινησιακό αντίκτυπο εις βάρος της ιστορικής και καλλιτεχνικής εμβάθυνσης.
Παράλληλα, η παράσταση επιστράτευσε διάφορα ευτράπελα, «ντυμένα» με καψουροτράγουδα, σε μια προσπάθεια να σκιαγραφήσει τον βίο μιας κοινωνίας που αποδείχθηκε εγκλωβισμένη σε μια κοντόφθαλμη ευμάρεια, στερούμενη τη διαύγεια να δει το μέλλον που ερχόταν.
Οι τρεις χαρακτήρες παρέμειναν εγκλωβισμένοι σε μια απουσία ονομάτων και ταυτότητας — τρεις απρόσωποι πολίτες που μοιάζουν τραγικά στάσιμοι από το 1970 μέχρι σήμερα. Χωρίς την παραμικρή συναισθηματική διακύμανση, η ταύτιση του θεατή μαζί τους καθίσταται σχεδόν αδύνατη. Η σκηνική τους παρουσία θυμίζει περισσότερο ένα επιθετικό Stand-up παρά θέατρο με την ουσιαστική έννοια του όρου. Οι ηθοποιοί Αλεξάνδρα Κασιούμη, Αλέξης Κότσυφας, Βασιλική Σγούρου, δεν ερμηνεύουν, αλλά «τα λένε» απευθυνόμενοι στο κοινό, οδηγώντας τελικά σε ένα ακατανόητο αισθητικό αποτέλεσμα.
Στο σκηνικό επίπεδο, η εικόνα παρέμεινε λιτή, χωρίς να χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη πρωτοτυπία, αλλά ούτε και από μια πλήρη ένδεια. Ένας τύπου φοίνικας και ορισμένα αξεσουάρ πλαισίωσαν τον κεντρικό «πρωταγωνιστή» του χώρου: ένα πλυντήριο. Σημειολογικά, η συνύπαρξη φυτού και αντικειμένου λειτούργησε επικοινωνιακά, παραπέμποντας από τη μια στην έννοια της αναγέννησης και από την άλλη στη συλλογική «πλύση» της κοινωνικής μας συνείδησης.
Ωστόσο, το φινάλε ήταν εκείνο που έκλεψε οπτικά τις εντυπώσεις. Αν εξαιρέσει κανείς τα διδακτικά τσιτάτα που ίσως περίσσευαν, η σκηνή κάτω από μια έντονη, πραγματική βροχή διάρκειας τριών λεπτών δημιούργησε μια δυνατή ατμόσφαιρα. Όσο για το «παγωμένο» κλείσιμο με φόντο την …ελπίδα (που κάτι θύμιζε, βλέπε Ολυμπιάδα Αθήνας), είναι προτιμότερο να αφήσουμε την κρίση και τον χαρακτηρισμό του στους θεατές που παρακολούθησαν ή θα επιλέξουν να παρακολουθήσουν την παράσταση.
Στα θετικά (+), οφείλουμε να ξεχωρίσουμε την αξιόλογη προσπάθεια σε επίπεδο παραγωγής για τα δεδομένα ενός τοπικού θεάτρου, τους πολύ προσεγμένους φωτισμούς και τους τρεις ηθοποιούς που υπηρέτησαν το κείμενο τουλάχιστον με συνέπεια, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι παράσταση «ξεπέτα», αλλά μια παραγωγή με φροντίδα που αδικήθηκε από το υλικό και το όρμα του συμπαθέστατου κατ’ άλλα δημιουργού.
Συνοπτικά (=), η πρώτη ενήλικη παραγωγή του νέου Θεάτρου Τεχνών ήταν μια προσπάθεια που ακολούθησε τη «μόδα» της εποχής, στερούμενη όμως πραγματικού περιεχομένου.
Βαθμολογία: 5,1/10
ΤΕΧΝΩΝ
«Είστε όλοι σας καθάρματα: Ελλάδα 2.0» του Χριστόφορου Χριστοφορίδη.
-Συνέντευξη: Χριστόφορος Χριστοφορίδης

Μια παράσταση που δεν ήρθε για να σε βολέψει. Βασισμένη στον ανατρεπτικό Rodrigo García, ανατέμνει την ελληνική πραγματικότητα από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Δάνεια, κρίσεις, σιωπές και μια ερώτηση που καίει: Πότε η ανοχή μας έγινε συνενοχή;
Σκηνοθεσία: Χριστόφορος Χριστοφορίδης. Ερμηνεύουν: Αλεξάνδρα Κασιούμη, Αλέξης Κότσυφας, Βασιλική Σγούρου.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή 3, Σάββατο 4, Κυριακή 5 Απριλίου στις 21:00
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ
Χριστόφορος Χριστοφορίδης: Ξεβολεύοντας τον θεατή στην Ελλάδα 2.0 | Interview



.jpg)




