Εδώ και πολλά χρόνια, για περισσότερες από δύο δεκαετίες, συντονίζω ομάδες γονέων και βλέπω γονείς σε Συμβουλευτική Γονέων όταν χρειάζονται μια ιδιαίτερη και στοχευμένη καθοδήγηση σε ζητήματα που τους απασχολούν ή/και τους δυσκολεύουν. Αυτό που παρατηρώ, όλα αυτά τα χρόνια με όλους αυτούς τους γονείς, είναι πως επαναλαμβάνουν συμπεριφορές που τους θυμίζουν τους δικούς τους γονείς και δηλώνουν απορημένοι μια που έχουν κάνει, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, τα πάντα για να μην επαναλάβουν τα ίδια λάθη στα δικά τους παιδιά. Η συνειδητοποίηση αυτού του μοτίβου, που επαναλαμβάνεται, και η επεξεργασία του είναι μια πολύ βασική διεργασία της Συμβουλευτικής Γονέων. Τι είναι, όμως, το μοτίβο και πιο συγκεκριμένα τι είναι το ‘μοτίβο γονεϊκότητας’; Σύμφωνα με την ψυχολόγο – οικογενειακή σύμβουλο Μαρία Δημητροπούλου – Λόπεζ ο όρος ‘μοτίβο γονεϊκότητας’ αναφέρεται στο επαναλαμβανόμενο αποτύπωμα των στάσεων, των αντιδράσεων και των συναισθημάτων με το οποίο ένας γονιός σχετίζεται με το παιδί του, και διαμορφώνει τη σχέση τους. Δεν αφορά μόνο το τι κάνει ένας γονιός αλλά κυρίως το πώς το κάνει, δηλαδή με ποια συναισθηματική διαθεσιμότητα, με ποιο κίνητρο, με ποια όρια, με ποια ευαισθησία ή αυστηρότητα. Το σημαντικό χαρακτηριστικό των μοτίβων γονεϊκότητας είναι ο ασυνείδητος χαρακτήρας τους. Το γεγονός δηλαδή ότι πολλές φορές ενεργοποιείται με τρόπο ασυνείδητο ένα κυρίαρχο μοτίβο που συχνά δεν είναι αυτό που συνειδητά θα επέλεγε ο γονιός.
Γιατί υπάρχουν, αλήθεια, τα μοτίβα αυτά και πώς τα μαθαίνουμε; ‘Κάθε μοτίβο γονεϊκότητας γεννιέται από την προσωπική ιστορία του γονιού: τις εμπειρίες που έζησε ως παιδί, τις πεποιθήσεις που κουβαλά, τους φόβους και τις ελπίδες του. Έτσι, χωρίς πάντα να το συνειδητοποιούμε, αναπαράγουμε, μετασχηματίζουμε ή διορθώνουμε όσα μάθαμε και εμείς οι ίδιοι ως παιδιά. Κάθε γονιός κουβαλά μέσα του μια ‘εσωτερική μνήμη’ του πώς αγαπήθηκε, πώς διορθώθηκε, πώς παρηγορήθηκε ως παιδί. Αυτές οι εμπειρίες γίνονται ένας άτυπος οδηγός, ένας εσωτερικός αυτόματος πιλότος που ενεργοποιείται στις δύσκολες στιγμές’, απαντά η κυρία Δημητροπούλου – Λόπεζ και συνεχίζει ‘Τα μοτίβα που μάθαμε στην παιδική μας ηλικία δεν είναι απλώς μαθημένες συμπεριφορές. Κάποτε μας βοήθησαν να αντέξουμε, να ανήκουμε, να προστατευτούμε. Και ό,τι κάποτε μας προστάτευσε, το μυαλό μας το κρατά σαν πολύτιμο θησαυρό ακόμα κι αν σήμερα δεν μας εξυπηρετεί. Και αργότερα, όταν γινόμαστε γονείς, αυτά τα παλιά βιώματα ενεργοποιούνται. Μερικές φορές τα αναπαράγουμε σχεδόν αυτούσια και άλλες τα αμφισβητούμε και προσπαθούμε να τα αλλάξουμε. Αλλά ακόμα και η προσπάθεια αλλαγής συνήθως είναι μια αντίδραση στο μοτίβο που κληρονομήσαμε’.
Γιατί, όμως, τα επαναλαμβάνουμε ακόμα κι όταν μας είναι δυσάρεστα; Η ειδικός εξηγεί πως το γνώριμο, ακόμα κι αν είναι δυσάρεστο, είναι ασφαλές. Είναι ασφαλές γιατί το έχουμε ξαναζήσει. Ξέρουμε πώς τελειώνει και λόγω του ότι είναι ο πιο περπατημένος δρόμος, σε στιγμές πίεσης, όπου δεν έχουμε τον χρόνο και την ψυχραιμία να επιλέξουμε απόκριση, ενεργοποιείται αυτόματα, σχεδόν σαν να μην μπορούμε να κάνουμε κάτι για να το σταματήσουμε. Υπάρχει και κάτι ακόμα βαθύτερο, συμπληρώνει. Μέσα μας ζει το παιδί που υπήρξαμε. Κι αυτό το παιδί, ασυνείδητα, προσπαθεί, συχνά, να ‘διορθώσει’ το παρελθόν αλλά το κάνει με τα εργαλεία ‘σύνολα αντιδράσεων’ που διδάχθηκε να χρησιμοποιεί στις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσε και για τις οποίες αυτά τα εργαλεία ήταν αποτελεσματικά. Επαναλαμβάνουμε σκηνές, ελπίζοντας κάθε φορά σε μια διαφορετική κατάληξη, σαν να δίνουμε στον εαυτό μας μια δεύτερη ευκαιρία, όμως το κάνουμε με εργαλεία που κάποτε μας ήταν χρήσιμα, χωρίς όμως να μπορούμε στην ένταση της στιγμής να εξετάσουμε αν πραγματικά μας εξυπηρετούν στο παρόν.
Θέλω να μάθω πώς επηρεάζουν τα μοτίβα γονεϊκότηταςτη διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού. Τα μοτίβα γονεϊκότητας, σύμφωνα με την συνεντευξιαζόμενη, είναι σαν τον αόρατο καμβά πάνω στον οποίο ζωγραφίζεται η διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού. Δεν επηρεάζουν μόνο τους κανόνες που θέτουμε. Επηρεάζουν το κλίμα μέσα στο οποίο μεγαλώνει το παιδί, τον τόνο της φωνής μας, τον τρόπο που αγκαλιάζουμε, το πώς διαχειριζόμαστε το λάθος – το δικό του και του παιδιού μας. Αν το μοτίβο είναι αυστηρό και άκαμπτο, το παιδί μπορεί να μάθει να υπακούει, αλλά ίσως δυσκολευτεί να εκφράσει το φόβο ή την αμφιβολία του. Αν είναι υπερπροστατευτικό, μπορεί να νιώθει αγάπη, αλλά να φοβάται να δοκιμάσει μόνο του κάτι καινούργιο. Αν είναι συνειδητό και σταθερό, με όρια και συναισθηματική διαθεσιμότητα, το παιδί μαθαίνει ότι μπορεί να είναι ο εαυτός του μέσα σε μια ασφαλή σχέση. Η διαπαιδαγώγηση δεν είναι μόνο μετάδοση αξιών, είναι η γενική πρόβα που κάνει το παιδί για το πώς θα συνδέεται με όλους τους σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή του και ως ενήλικας, ενώ μέσα από τη σχέση του με τους γονείς εσωτερικεύει και τη δική του εικόνα και τον ρόλο του στις σχέσεις που θα αναπτύσσει στη ζωή του. Τα μοτίβα γονεϊκότητας, λοιπόν, δεν διαμορφώνουν απλώς τη συμπεριφορά του παιδιού, διαμορφώνουν και την εσωτερική του φωνή.
Το σίγουρο είναι πως τα μοτίβα αυτά δεν επηρεάζουν μόνο τη διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού αλλά και την εικόνα που έχουμε για το γονεϊκό μας ρόλο, σκέφτομαι. Η κυρία Δημητροπούλου – Λόπεζ συμφωνεί μαζί μου ότι τα μοτίβα γονεϊκότητας, που επαναλαμβάνουμε, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας ως γονείς. Κάθε φορά που αντιδρούμε αυτόματα με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που θα επιθυμούσαμε, μπαίνει στην αυτοεικόνα μας ως γονείς και το συγκεκριμένο μοτίβο που ενεργοποιήθηκε μαζί με τις διαδικασίες ταύτισης, αυτοκριτικής και αυτοαπόρριψης που αυτό φέρνει μαζί του και που τελικά οδηγούν σε μια εσωτερική σύγκρουση. Αν το μοτίβο μας είναι αυστηρό και ελεγκτικό, ίσως αρχίσουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας ως τον ‘σκληρό αλλά απαραίτητο’ γονιό. Αν είναι επιτρεπτικό, ίσως ταλαντευόμαστε ανάμεσα στο ‘είμαι δοτικός’ και στο ‘μήπως δεν βάζω όρια;’. Αν κουβαλά ενοχή ή υπερπροσπάθεια, μπορεί να νιώθουμε διαρκώς ανεπαρκείς.
‘Η σύγκρουση αυτή γεμίζει και άλλο τον σάκο με τις ενοχές, την αμφιβολία και την αίσθηση ανεπάρκειας ως γονείς, με αποτέλεσμα να αποσυνδεόμαστε ακόμα περισσότερο και από τον γονιό που θέλουμε να είμαστε και κυρίως από το παιδί μας. Αυτό που, όμως, πρέπει να κρατήσουν οι γονείς από αυτή τη διαδικασία είναι ότι δεν πρέπει να μείνουν άπραγοι απέναντι στην ενεργοποίηση των μη επιθυμητών μοτίβων καθώς βουλιάζουν στις γονεϊκές ενοχές. Αντιθέτως, η ίδια αυτή διαδικασία όταν επεξεργαστεί μέσα από ένα πρίσμα αναγνώρισης και αποδοχής και όχι με μάχη ή απόρριψη, μπορεί να αναδείξει το κληρονομημένο μοτίβο ως σημείο καμπής για μια πιο συνειδητή γονεϊκότητα. Να μας δείξει πού πονάμε, πού φοβόμαστε, πού ενεργοποιούμαστε και να μας οδηγήσει προς την αλλαγή’, παραδέχεται.
Τελικά ένας γονιός γίνεται ίδιος ο μπαμπάς του ή η μαμά του όσο κι αν το φοβόταν ότι θα συμβεί ή μπορεί να αλλάξει; ‘Συνήθως υπάρχει μια στιγμή που ένας γονιός ακούει τον εαυτό του να μιλά και αναγνωρίζει τη φωνή του δικού του γονιού. Και τότε γεννιέται ο φόβος: ‘Τελικά είμαι ίδιος/α’. η αλήθεια είναι πως οι γονείς μας ζουν μέσα μας. Ζουν στις φράσεις, που ακούσαμε χιλιάδες φορές. Στον τρόπο που διαχειρίστηκαν την ένταση, στη σιωπή, στη φροντίδα, στα λάθη. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Από εκεί ξεκινήσαμε. Στις στιγμές πίεσης αυτή η φωνή ενεργοποιείται αυτόματα από την τεράστια δύναμη της επανάληψης του γνώριμου και της συνήθειας. Όσο πιο πολύ διαφέρει το κληρονομικό μοτίβο από τον γονιό που έχουμε επιλέξει να είμαστε, τόσο περισσότερο θα νιώθουμε στις στιγμές πίεσης σαν να μας κατέλαβε ένας εξωγήινος απέναντι στον οποίο είμαστε αβοήθητοι. Όμως το να κουβαλάμε κάτι, δεν σημαίνει ότι είμαστε καταδικασμένοι να το επαναλαμβάνουμε απαράλλακτο. Αν αναγνωρίσουμε το μοτίβο να έρχεται στο προσκήνιο με φόρα, σταματήσουμε έστω για ένα δευτερόλεπτο και αναρωτηθούμε ‘Θέλω να συνεχίσω έτσι;’ ή ‘Τι μου προσφέρει στο παρόν αυτό το μοτίβο;’, ανοίγει ένας χώρος ελευθερίας, επιλογής και σταδιακής αλλαγής’, δηλώνει η συνεντευξιαζόμενη.
Αναρωτιέμαι αν και πώς μπορεί κανείς να ξεφύγει από το μοτίβο γονεϊκότητας που κληρονόμησε. Το να ‘σπάσει’ κανείς ένα μοτίβο γονεϊκότητας δεν σημαίνει να το πολεμήσει. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζει η κυρία Δημητροπούλου – Λόπεζ. Σημαίνει πρώτα να το αναγνωρίσει και να το φέρει στο φως, με κατανόηση και περιέργεια. Η αρχή για κάθε γονιό γίνεται τη στιγμή που το κίνητρο της γονεϊκότητας, που έχει επιλέξει συνειδητά, είναι τόσο ισχυρό που δεν χρειάζεται πια να υπερασπίζεται ένα μαθημένο σύνολο συμπεριφορών και πεποιθήσεων που τον συντρόφευε για χρόνια. Τότε μπορεί να παρατηρήσει τον εαυτό του χωρίς άμυνα, χωρίς να ταυτίζεται με το περιεχόμενο της παρατήρησής του και αναρωτηθεί ‘Αυτό, που μόλις έκανα ή είπα, από πού έρχεται;’ ή ‘Τι ένιωσα πριν αντιδράσω έτσι;’. Αυτή η παρατήρηση οδηγεί στην επίγνωση και στην έναρξη ενός διαλόγου με την καταγωγή μας, αναγνωρίζοντας τα στοιχεία που θέλουμε να κρατήσουμε και αυτά που θέλουμε να αλλάξουμε ή να αφήσουμε πίσω. Η διάθεση να δούμε με ειλικρίνεια τι μοτίβα φέρνουμε στη σχέση μας με το παιδί μας, για ποιο λόγο τα συντηρούμε, και ποιες εναλλακτικές έχουμε σε στιγμές κρίσης, ήδη σηματοδοτούν το άνοιγμα ενός χώρου επιλογής ανάμεσα στη μαθημένη γονεϊκότητα και στη δική μας γονεϊκότητα. Και βέβαια η συζήτηση, η ψυχοθεραπεία, η συμβουλευτική, λειτουργούν σαν καθρέφτες που μας βοηθούν να δούμε καθαρότερα ό,τι μέχρι χθες θεωρούσαμε ‘φυσικό’.
Της ζητώ να ονοματίσει κάποια από τα συνηθέστερα μοτίβα που παρατηρεί στους σύγχρονους γονείς. Εκείνη αναφέρεται στη βιβλιογραφία όπου η κατάταξη των μοτίβων γονεϊκότητας γίνεται με βάση δύο κύριους άξονες: το κατά πόσο ανταποκρίνεται και είναι διαθέσιμος συναισθηματικά ο γονιός, και το κατά πόσο θέτει σαφή και σταθερά όρια στο παιδί του. Με βάση αυτά τα κριτήρια τα μοτίβα γονεϊκότητας, που αναγνωρίζονται ευρέως, είναι το αυταρχικό, το επιτρεπτικό, το αμελές ή απορριπτικό και το δημοκρατικό, που είναι αυτό που θεωρείται πιο προσαρμοστικό καθώς χαρακτηρίζεται από υψηλή συναισθηματική αποκρισιμότητα του γονιού σε συνδυασμό με σταθερά όρια που θέτονται λαμβάνοντας υπόψιν τις ανάγκες του παιδιού.
Στους σύγχρονους γονείς βλέπουμε στοιχεία από τα παραπάνω βασικά μοτίβα, τα οποία μπορούν και να συνυπάρχουν μεταξύ τους αλλά εμφανίζονται πλέον ως κεντρικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης γονεϊκότητας και στοιχεία όπως η υπερπροστασία και ο φόβος, οι ενοχές, η τελειομανία και το άγχος. Αυτά τα χαρακτηριστικά, που αποτελούν μάστιγες της σύγχρονης κοινωνίας, δημιουργούν για παράδειγμα γονείς που φοβούνται έντονα και υπερπροστατεύουν το παιδί τους περνώντας του το μήνυμα ότι ο κόσμος είναι επικίνδυνος και εσύ δεν μπορείς να τον αντιμετωπίσεις, γονείς που από ενοχές προσπαθούν να καλύψουν τις ώρες που είναι μακριά από το παιδί τους με δώρα ή απουσία ορίων, και άλλοι που από το έντονο άγχος επίδοσης ακολουθούν προκατασκευασμένες ή γενικές θεωρίες γονεϊκότητας, συγκρίνουν και συγκρίνονται με αποτέλεσμα να αποσυνδέονται από το παιδί τους.
Είναι περισσότερο γυναικεία υπόθεση η επανάληψη του μοτίβου ή δεν παίζει ρόλο το φύλο, τη ρωτώ για να μου απαντήσει πως τα μοτίβα δεν έχουν φύλο.Κάθε άνθρωπος υπήρξε ένα παιδί που και ως ενήλικας κουβαλά μέσα του τις πρώιμες εμπειρίες του, οι οποίες εγγράφονται βαθιά και ενεργοποιούνται αργότερα, ιδιαίτερα όταν γινόμαστε γονείς. Οι γυναίκες ερχόμαστε, ίσως, συχνότερα σε επαφή με την αυτοπαρατήρηση και την αυτοκριτική. Όχι επειδή επαναλαμβάνουμε περισσότερο τα μοτίβα, που κληρονομήσαμε, αλλά επειδή κοινωνικά έχουμε ταυτιστεί πιο έντονα με τον ρόλο του φροντιστή και άρα και με την προσδοκία και την ευθύνη να είμαστε ‘καλοί φροντιστές’. Οι άνδρες, από την άλλη, μπορεί να επαναλαμβάνουν εξίσου τα μοτίβα γονεϊκότητας που κουβαλούν, απλώς μπορεί να έχουν λιγότερη επίγνωση της ενεργοποίησής τους. Η σιωπή, η συναισθηματική απόσταση, η δυσκολία έκφρασης – τα οποία χαρακτηρίζουν και τους ίδιους και την γονεϊκότητά τους – δυσχεραίνουν την αυτοπαρατήρηση, την αποδοχή και άρα την αναγνώριση των μοτίβων. Δεν είναι, λοιπόν, θέμα φύλου. Είναι θέμα προσωπικής επιλογής απέναντι σε μια συνειδητή ή μη γονεϊκότητα.
Δεν χάνω την ευκαιρία να κάνουμε μια μικρή αναφορά και στη ‘θετική γονεϊκότητα’ για την οποία ακούγονται πολλά. Τι ακριβώς είναι και πώς υπονομεύεται από τα μοτίβα;‘Η ‘θετική γονεϊκότητα’ αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο ένας γονιός βρίσκεται κοντά στο παιδί του με αποδοχή, κατανόηση και συνέπεια. Στην ικανότητα να βλέπει το παιδί του πέρα από τις συμπεριφορές του, αλλά μέσα από τα συναισθήματά του, τις ανάγκες του και τις δυνατότητές του. Μερικοί από τους ακρογωνιαίους λίθους της θετικής γονεϊκότητας αφορούν τη θέση ορίων με σεβασμό, την μη επικριτική ενεργητική ακρόαση, την αναγνώριση των συναισθημάτων του παιδιού και την στήριξη της αυτονομίας του χωρίς συναισθηματική απομάκρυνση. Η εφαρμογή όλων αυτών δεν επιτυγχάνεται εσωτερικεύοντας τη θεωρία αλλά μέσα από συνειδητή παρουσία, αυτοπαρατήρηση και ειλικρινή διάθεση αυτοαμφισβήτησης από την πλευρά του γονιού. Αυτή η απαιτούμενη συνειδητότητα υπονομεύεται από την έλλειψη αναγνώρισης και την αυτόματη ενεργοποίηση των μοτίβων γονεϊκότητας, τα οποία τρυπώνουν στις στιγμές έντασης και πίεσης με το παιδί μας. Επομένως δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική θετική γονεϊκότητα χωρίς προηγουμένως να έχουμε φωτίσει τα μοτίβα γονεϊκότητας που κουβαλάμε’, θα πει.
Ολοκληρώνοντας αυτό το άρθρο την προσκαλώ να μοιραστεί μαζί μας μια εμπειρία με γονιό που να ήρθε αντιμέτωπος με ένα μοτίβο γονεϊκότητας. Τα κληρονομημένα μοτίβα έρχονται στην επιφάνεια, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε όλες τις περιπτώσεις Συμβουλευτικής γονέων, τη στιγμή που ο γονιός συνήθως περιγράφοντας ένα περιστατικό με το παιδί του που τον δυσκόλεψε, αναφέρει την αυτόματη αντίδρασή του ως τη μόνη του διαθέσιμη ή και αναγκαία επιλογή εκείνη τη στιγμή κρίσης, λέει. Μόλις κάθε περιστατικό τέτοιου είδους, τα οποία η γονεϊκότητα προσφέρει απλόχερα, συζητηθεί στο προστατευμένο και αποστασιοποιημένο πλαίσιο μιας συνεδρίας και ο γονιός αναγνωρίσει ότι είχε διαθέσιμα και άλλα εργαλεία για να διαχειριστεί τη δύσκολη στιγμή, αναπόφευκτα αναδύονται οι εξής ερωτήσεις από την πλευρά του γονιού: ‘Γιατί εκείνη τη στιγμή η μαθημένη και αυτόματη αντίδρασή μου έμοιαζε μονόδρομος;’, ‘Γιατί δυσκολεύομαι και τώρα να απορρίψω το αυτόματο μοτίβο που ενεργοποιήθηκε; Σε τι συνεχίζει να με εξυπηρετεί; Τι φοβάμαι αν το αφήσω πίσω μου;’, ‘Πού και πώς εμφανιζόταν αυτό το μοτίβο όταν εγώ ήμουν παιδί;’.
Μια τέτοια περίπτωση ήταν και αυτή ενός πατέρα, ο οποίος επιθυμούσε να θυμώνει λιγότερο με την 11χρονη κόρη του όταν δεν τον υπάκουε. Στο αφήγημά του ανέφερε ότι δεν επιτρέπεται σε ένα παιδί να αντιμιλάει και να μην υπακούει τον γονιό του, και ότι η μόνη διαθέσιμη αντίδραση εκ μέρους του σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι φωνές, οι απειλές και οι τιμωρίες προκειμένου η κόρη του να αντιληφθεί ότι πρέπει υποχρεωτικά να τον σέβεται. Γρήγορα αναδείχθηκε ότι ο ίδιος είχε μεγαλώσει με έναν αυταρχικό πατέρα και ότι παρόλο που έμαθε να πειθαρχεί δεν αισθάνθηκε ποτέ ότι ο πατέρας του τον κατανοούσε. Αναγνώρισε, επίσης, ότι ο σεβασμός προς τον γονιό δεν μετριέται με την υπακοή μια και ο ίδιος ως παιδί και ως έφηβος επέλεγε, συχνά, να κάνει αυτό που ήθελε κρυφά, κάτι το οποίο σίγουρα δεν επιθυμούσε να κάνει και η κόρη του. Τέλος έχοντας αποκτήσει συνείδηση της επίδρασης του μοτίβου στη δική του γονεϊκότητα, αναγνώρισε πως οι αντιδράσεις της κόρης του δεν ενεργοποιούσαν μόνο θυμό από την ερμηνεία που τις έδινε ως ασεβείς αλλά και θυμό προς τον ίδιο ως παιδί που θαύμαζε και φοβόταν τον πατέρα του. Οι συνειδητοποιήσεις αυτές σε συνδυασμό με την επιθυμία του να μειωθούν οι εντάσεις στο σπίτι και να ξαναχτίσει τη σχέση με το παιδί του, τον οδήγησαν στο να ακούσει περισσότερο τα αιτήματα της κόρης του, να επικοινωνεί πιο ανοιχτά μαζί της για τα δικά του συναισθήματα και να κάνει μια μικρή παύση κάθε φορά που αναγνωρίζει την ενεργοποίηση του μοτίβου που κατάφερε να απογυμνώσει και άρα να αποδυναμώσει.
Με την προτροπή να παρατηρεί ο γονιός τον εαυτό του και τις συμπεριφορές του και την ευχή να απευθύνεται σε έναν ειδικό για να κάνει κάτι για αυτά που διαπιστώνει, μέσω παρατήρησης, σας αποχαιρετώ ανανεώνοντας τη δική μας συνάντηση σύντομα μέσα από ένα επόμενο άρθρο!




.jpg)




.jpg)

