Τρία χρόνια μετά τα Τέμπη και η χώρα καλείται πάλι να «παραλύσει» το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου. Γιατί; Για να τιμήσουμε τους νεκρούς; Ή μήπως για να συντηρηθεί το πολιτικό οξυγόνο όσων έκαναν την τραγωδία επάγγελμα; Ας μιλήσουμε επιτέλους έξω από τα δόντια για την απίστευτη καπηλεία ενός δράματος που ξεκίνησε από τον πόνο και κατέληξε σε προεκλογικό μπαλκόνι.
Το τέλος των παραμυθιών
Όλο αυτό το διάστημα ακούσαμε τα πάντα: για «ξυλόλια», για μπαζώματα, για θεωρίες συνωμοσίας που θα ζήλευε και ο πιο φαντασιόπληκτος σεναριογράφος. Όλα αυτά τα μυθεύματα των τρομολάγνων και των πολιτικών απατεώνων κατέρρευσαν παταγωδώς. Η πραγματικότητα τους εξέθεσε, αλλά αυτοί συνεχίζουν. Η δικαιοσύνη βρίσκεται προ των πυλών, η κυβέρνηση δεν κρύφτηκε , αλλά η «βιομηχανία της αγανάκτησης» δεν θέλει αλήθεια. Θέλει χάος.
Η «χαροκαμένη μάνα» που έγινε… κόμμα
Είναι πλέον κοινό μυστικό: Η κ. Καρυστιανού, αφού εξαργύρωσε τη δημοσιότητα που της χάρισε η τραγική της απώλεια, ετοιμάζεται για το επόμενο βήμα: την είσοδο στην πολιτική σκακιέρα. Η καπηλεία του πόνου μετατρέπεται σε κομματικό μηχανισμό. Αναρωτιέται κανείς: Πού ήταν όλοι αυτοί στα θύματα της Marfin; Πού ήταν τα συλλαλητήρια για το Μάτι; Εκεί ο θάνατος δεν ήταν «χρήσιμος» για το αφήγημά τους; Εκεί οι νεκροί δεν άξιζαν 24ωρες απεργίες;
Ποιος είναι ο σκοπός;
Γιατί να παραλύσει η χώρα ένα Σάββατο; Ποιον πιέζουν οι συνδικαλιστές που θυμήθηκαν τον «αγώνα» τρία χρόνια μετά; Η απάντηση είναι απλή: Κανέναν. Απλώς συντηρούν ένα κλίμα τοξικότητας, ποντάροντας στη λήθη και στον συναισθηματικό εκβιασμό μιας κοινωνίας που θέλει να προχωρήσει. Όσοι καπηλεύονται τους νεκρούς των Τεμπών για να χτίσουν καριέρες ή για να ρίξουν κυβερνήσεις, είναι οι ίδιοι που προσβάλλουν τη μνήμη των θυμάτων περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.
Φτάνει πια με το θέατρο. Η δικαιοσύνη θα μιλήσει στις αίθουσες, όχι στα πεζοδρόμια της σκοπιμότητας.



