Ποια είναι η προσφορά ενός καλλιτέχνη στο κοινωνικό σύνολο;
Εκ πρώτης όψεως – και με την πρόχειρη λογική του λογιστηρίου – θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από μια «αντιπαραγωγική φύρα». Δεν σπέρνει, δεν θερίζει, δεν μαγειρεύει, δεν φουρνίζει. Δεν πουλά, δεν αγοράζει, δεν παρέχει, δεν επισκευάζει. Δεν παράγει απτό προϊόν· δεν γεμίζει αποθήκες· δεν αυξάνει το ΑΕΠ. Αν τον μετρήσεις με τον κανόνα του εργοστασίου, περισσεύει.
Κι όμως.
Γράφει ο μαέστρος Μιχαήλ Χατζηαναστασίου για την Κουλτουρόσουπα.
Είναι ο μόνος «ανεπάγγελτος» που δεν θα αποφοιτήσει ποτέ από τη σπουδή του. Η τέχνη δεν είναι επάγγελμα· είναι διαρκής μαθητεία στην αποτυχία. Ο καλλιτέχνης δεν παίρνει ρεπό για σαραντάρη πυρετό. Δεν εγκαταλείπει τη σκηνή επειδή πενθεί. Δεν ακυρώνει το κείμενο επειδή η πραγματικότητα του χτυπά την πόρτα με στολή. Δεν απορρίπτει ρόλο επειδή τον τσαλακώνει· αντιθέτως, τσαλακώνεται για να τον υπηρετήσει. Θα μοιραστεί την αποτυχία από φιλότιμο, παρέα με τον άτιμο επιχειρηματία που τον μίσθωσε. Θα υπογράψει την ήττα του με το ίδιο του το αίμα.
Είναι εκείνος ο αυτοκαταστροφικός που τα βράδια – πριν πέσει για ύπνο – στοιχειώνεται από μικρές, εμμονικές φωνές: «μπορούσες και καλύτερα». Το «The show must go on» των Queen δεν είναι για αυτόν στίχος· είναι αξίωμα οντολογικό. Όχι επειδή η παράσταση έχει εισιτήρια, αλλά επειδή η ύπαρξη έχει ρήγμα.
Τι είναι λοιπόν ένας καλλιτέχνης;
Αν ακολουθήσουμε την κυνική οικονομία της εποχής, είναι μύγα. Μια μύγα ανάμεσα σε κόνδορες και γυπαετούς. Μια μύγα στα καπούλια του αλόγου που σέρνει την άμαξα της «ανάπτυξης». Ενοχλητική, ασήμαντη, αόρατη. Και όμως, η μύγα είναι εκείνη που θυμίζει στο άλογο πως έχει σώμα. Πως ιδρώνει. Πως πονά.
Η κοινωνία μας λατρεύει το θέαμα αλλά περιφρονεί τον δημιουργό. Αποθεώνει το αποτέλεσμα, αποστρέφεται τη διαδικασία. Θέλει το τραγούδι, όχι τον ιδρώτα· την εικόνα, όχι την αγρύπνια· το σώμα, όχι την υπαρξιακή του ταραχή.
Η βιομηχανία του θεάματος δεν δημιουργεί απλώς εικόνες· κατασκευάζει ανάγκες. Και ο καλλιτέχνης, μέσα σε αυτή την αγορά, ακροβατεί ανάμεσα στο όραμα και στην εκπόρνευση.
Εδώ εντοπίζεται το φιλοσοφικό παράδοξο: ο καλλιτέχνης είναι ταυτόχρονα περιττός και αναγκαίος. Περιττός για την επιβίωση· αναγκαίος για το νόημα. Η κοινωνία μπορεί να ζήσει χωρίς ποίηση· αλλά θα είναι μια κοινωνία λειτουργική και άδεια. Μια κοινωνία που αναπνέει αλλά δεν αισθάνεται. Που παράγει αλλά δεν στοχάζεται. Που καταναλώνει αλλά δεν αυτογνωρίζεται.
Η τέχνη δεν παράγει αγαθά· παράγει ρωγμές. Δεν δίνει λύσεις· εκθέτει αντιφάσεις. Δεν οικοδομεί βεβαιότητες· διαλύει αυταπάτες. Ο καλλιτέχνης είναι εκείνος που σκάβει στο έδαφος της συλλογικής μας ψευδαίσθησης και βρίσκει σκουλήκια. Και μας τα δείχνει. Γι’ αυτό τον μισούμε. Διότι μας αφαιρεί το δικαίωμα της άγνοιας.
Ακαδημαϊκά μιλώντας, η τέχνη λειτουργεί ως μηχανισμός αναστοχασμού. Είναι το πεδίο όπου η κοινωνία συναντά τον εαυτό της χωρίς τα προσχήματα της χρησιμότητας. Εκεί όπου το «τι αποδίδει;» αντικαθίσταται από το «τι σημαίνει;». Ο καλλιτέχνης, λοιπόν, δεν είναι παραγωγός υλικών αγαθών· είναι παραγωγός ερμηνειών. Και οι ερμηνείες, όσο κι αν δεν τιμολογούνται εύκολα, είναι το μόνο αντίδοτο στη βαρβαρότητα της μονοσήμαντης σκέψης.
Κι όμως, η ίδια κοινωνία που έχει ανάγκη τις ρωγμές, τις φοβάται. Προτιμά να αποσπάται από τα «βυζιά της Πάμελα» παρά να αντιμετωπίζει το κενό της. Το θέαμα λειτουργεί ως αναισθητικό. Ο καλλιτέχνης, όταν αρνείται να γίνει αναισθητικό, μετατρέπεται σε ενοχλητική μύγα.
Let’s face it guys: θέλουμε τον καλλιτέχνη όσο μας διασκεδάζει. Όταν όμως μας καθρεφτίζει, τον αποκαλούμε γραφικό, αλαζόνα, άχρηστο. Τον υποβιβάζουμε σε «αντιπαραγωγική φύρα», επειδή δεν μπορούμε να μετρήσουμε την αξία της αμφιβολίας.
Και όμως, αν εξαφανίζονταν όλοι οι καλλιτέχνες αύριο, η κοινωνία δεν θα κατέρρεε άμεσα. Θα συνέχιζε να λειτουργεί. Τα φανάρια θα άναβαν, τα ψωμιά θα ψήνονταν, οι δείκτες θα ανέβαιναν και θα έπεφταν. Αλλά κάτι πιο αθόρυβο θα είχε χαθεί: η ικανότητα να ρωτά «γιατί».
Ίσως τελικά ο καλλιτέχνης να είναι πράγματι μύγα. Μια μύγα που δεν αφήνει το άλογο της ιστορίας να ξεχάσει ότι είναι ζωντανό. Μια μύγα που ενοχλεί τους κόνδορες όταν γευματίζουν με τα απομεινάρια των αξιών. Μια μύγα που δεν παραιτείται.
Και αν χρειάστηκα τα «βυζιά της Πάμελα» για να τραβήξω την προσοχή σας, αυτό δεν είναι προσβολή προς εκείνη, είναι κατηγορώ προς εμάς. Διότι αποδεικνύει πως, πριν ακόμη ακούσουμε το επιχείρημα, έχουμε ήδη υποκύψει στο θέαμα.
Ο καλλιτέχνης δεν είναι φύρα. Είναι ο τελευταίος ενοχλητικός υπενθυμιστής ότι η ζωή δεν εξαντλείται στη χρησιμότητα. Και όσο θα υπάρχουν μύγες, τα άλογα δεν θα κοιμούνται ήσυχα.








