Η “ιερή αγελάδα” της ποιότητας και το Ωριαίο Ωραίο
Γράφει ο μαέστρος Μιχαήλ Χατζηαναστασίου για την Κουλτουρόσουπα.
Το ωραίο δεν περιμένει την έγκρισή σας. Δεν στέκεται σε ουρά επιτροπών, δεν συμπληρώνει αιτήσεις επιχορήγησης, δεν απολογείται σε τεχνοκράτες με μεταπτυχιακό στην «ποιότητα». Το ωραίο εισβάλλει. Σε διαπερνά πριν το ονομάσεις, πριν το ταξινομήσεις, πριν το εντάξεις σε ρεύμα και σχολή. Κι αν χρειάζεσαι θεωρητικό δεκανίκι για να νιώσεις, τότε δεν βιώνεις· συμμορφώνεσαι. Η εποχή μας ανήγαγε την πιστοποίηση σε αισθητική αρετή και τη συναίνεση σε κριτήριο αλήθειας. Έτσι γεννήθηκε ένα ωραίο ακίνδυνο, προβλέψιμο, διοικητικά τακτοποιημένο — ένα ωραίο που δεν σοκάρει, δεν ρισκάρει, δεν αλλάζει κανέναν. Μα ό,τι δεν σε ταράζει, δεν είναι τέχνη. Είναι προϊόν. Και τα προϊόντα χρειάζονται ποιότητα. Η τέχνη χρειάζεται θράσος.
Υπάρχει μια στιγμή, πριν από κάθε ερμηνεία, πριν από κάθε θεωρία, πριν από κάθε διαμεσολάβηση της έννοιας, όπου το ωραίο επιδρά ακαριαία. Δεν ζητά διαπιστεύσεις, δεν απαιτεί λεξιλόγιο, δεν αναμένει πιστοποιητικό αισθητικής επάρκειας. Σου αρέσει. Και μετά –αν έχεις το κουράγιο– το κατανοείς. Αυτή η προτεραιότητα του βιώματος έναντι της ανάλυσης δεν είναι αντιδιανοουμενική· είναι βαθύτατα φιλοσοφική. Από τον Πλάτων μέχρι τον Ιμμάνουελ Καντ, το ωραίο δεν αντιμετωπίστηκε ως προϊόν μετρήσιμης ποιότητας, αλλά ως συμβάν σχέσης ανάμεσα στο υποκείμενο και στον κόσμο.
Κι όμως, η εποχή μας αποφάσισε να το μετατρέψει σε δείκτη. Σε rating. Σε επιτροπή. Σε «ποιοτική πρόταση». Το ωραίο απέκτησε ωράριο, κανονισμό λειτουργίας και επιμελητή. Κάπως έτσι γεννήθηκε η φαεινή ιδέα της «ποιότητας» ως αντικειμενικού κριτηρίου, αποσυνδεδεμένου από τη ζώσα εμπειρία. Το ωραίο έγινε ωριαίο: μια προκαθορισμένη σύμβαση διάρκειας και ύφους, που οφείλει να πληροί προδιαγραφές για να εγκριθεί από τους θεματοφύλακες της πολιτιστικής ορθότητας.
Η «ποιότητα» σήμερα δεν είναι φιλοσοφική κατηγορία· είναι διοικητικός όρος. Μια γραφειοκρατική επινόηση που υποκρίνεται την αισθητική αυθεντία. Το πρόβλημα δεν είναι η ανάγκη κριτηρίων· είναι η ψευδαίσθηση ότι τα κριτήρια προηγούνται της εμπειρίας. Ότι οφείλεις πρώτα να γνωρίζεις γιατί κάτι είναι ωραίο για να σου επιτραπεί να το νιώσεις. Αυτή η αντιστροφή παράγει ένα πολιτισμικό παράδοξο: ανθρώπους που μιλούν ακατάπαυστα για την τέχνη, χωρίς ποτέ να έχουν συγκλονιστεί από αυτήν.
Η αποστειρωμένη μόρφωση –η μόρφωση ως συσσώρευση πληροφοριών και όχι ως μεταμόρφωση του βλέμματος– γεννά την πιο ύπουλη μορφή ηλιθιότητας: εκείνη που ντύνεται με ορολογία. Οι «τεχνοτροπίες» γίνονται φετίχ. Οι σχολές, τα ρεύματα, οι κατηγοριοποιήσεις, λειτουργούν ως κοινωνικά διαπιστευτήρια. Δεν έχει σημασία αν ένα έργο σε διαπερνά· σημασία έχει αν μπορείς να το εντάξεις σωστά στο ιστορικό του πλαίσιο. Αν γνωρίζεις την επιρροή του ενός στον άλλον. Αν μπορείς να απαγγείλεις το λεξικό της αποδοχής.
Εδώ αναδύεται η συλλογική αποδοχή ως νέος δεσπότης. Η εποχή των «likes» δεν ανέχεται την ιδιωτική συγκίνηση· απαιτεί δημόσια επιβεβαίωση. Το ωραίο που δεν γίνεται κοινώς αποδεκτό θεωρείται ύποπτο. Η διαφωνία εκλαμβάνεται ως αστοχία γούστου. Έτσι, η αισθητική μετατρέπεται σε κοινωνιολογία της συναίνεσης. Γεννιούνται «λούτρινες κοινωνιοπάθειες»: άτομα που επιδεικνύουν ευαισθησία ως σήμα κατατεθέν, ενώ στην πραγματικότητα ευθυγραμμίζονται παθητικά με το κυρίαρχο ρεύμα.
Η κριτική σκέψη, όμως, δεν είναι άρνηση για την άρνηση. Είναι η ικανότητα να στέκεσαι απέναντι στο συλλογικό κύμα χωρίς να φοβάσαι τη μοναξιά. Είναι η διάθεση να ρισκάρεις την απόρριψη υπερασπιζόμενος το προσωπικό σου βίωμα. Και η συναισθηματική νοημοσύνη δεν είναι επιτήδευση ευγένειας· είναι η κατανόηση ότι το συναίσθημα προηγείται της έννοιας, ότι η συγκίνηση αποτελεί γνώση προ-εννοιακή, μια μορφή αλήθειας που δεν εξαντλείται σε ορισμούς.
Στην τέχνη, οι τεχνοκράτες πράγματι δεν χωρούν –όχι επειδή η τεχνική είναι αδιάφορη, αλλά επειδή η τεχνική δεν αρκεί. Ο τεχνοκράτης αντιλαμβάνεται το έργο ως πρόβλημα προς επίλυση. Ο δημιουργός το βιώνει ως αναγκαιότητα ύπαρξης. Η διαφορά είναι οντολογική. Όταν η τέχνη υποτάσσεται σε KPI, σε χρηματοδοτικά πλαίσια, σε επιτροπές αξιολόγησης, τότε παύει να είναι ρίσκο και γίνεται προϊόν. Και το προϊόν οφείλει να είναι «ποιοτικό» –δηλαδή προβλέψιμο, διαχειρίσιμο, ασφαλές.
Η ιστορία της τέχνης, ωστόσο, είναι ιστορία ρήξεων. Από τον Βίνσεντ βαν Γκογκ έως τον Ιγκόρ Στραβίνσκι, το αυθεντικά νέο προκάλεσε σκάνδαλο πριν αναγνωριστεί ως αριστούργημα. Αν οι δημιουργοί αυτοί περίμεναν την πιστοποίηση της «ποιότητας», πιθανότατα θα είχαν σιωπήσει. Η αυθεντικότητα δεν ζητά άδεια· επιβάλλεται δια της παρουσίας της.
Το αυθεντικά όμορφο, λοιπόν, δεν είναι αυτό που εγκρίνεται, αλλά αυτό που αντέχει. Αντέχει στον χρόνο, στην αμφισβήτηση, στην παρερμηνεία. Και κυρίως αντέχει μέσα σου. Πρώτα σου αρέσει –χωρίς ενοχές– και έπειτα το κατανοείς, αν το επιθυμείς. Όλα τα υπόλοιπα είναι διανοητικές κατασκευές που συγχέουν τη μέθοδο με το νόημα.
Δεν πρόκειται για ρομαντική φυγή από τη σκέψη. Αντιθέτως, πρόκειται για υπεράσπιση της σκέψης απέναντι στη γραφειοκρατικοποίησή της. Η κριτική σκέψη δεν υπηρετεί την αποδοχή· την ελέγχει. Η παιδεία δεν είναι αποστείρωση· είναι έκθεση στο ρίσκο της αμφιβολίας. Και η τέχνη δεν είναι πεδίο διαχείρισης, αλλά πεδίο σύγκρουσης.
Αν κάτι αξίζει να σωθεί από τον σύγχρονο πολιτιστικό μας θόρυβο, είναι αυτή η απλή, σχεδόν παιδική αλήθεια: το ωραίο προηγείται της ερμηνείας του. Όταν το ξεχνάμε, κατασκευάζουμε ποιότητες χωρίς ωραιότητα, τεχνοτροπίες χωρίς ψυχή, αποδοχές χωρίς βίωμα. Κι έτσι, μέσα στην ασφάλεια της συλλογικής συναίνεσης, χάνουμε το μόνο πραγματικά επικίνδυνο στοιχείο της τέχνης: την ικανότητά της να μας αλλάζει.
Γι’ αυτό ας τελειώνουμε με τις ευγένειες της μετριότητας. Το αυθεντικά όμορφο δεν διαπραγματεύεται τη θέση του στο πάνθεον των εγκεκριμένων· επιβάλλεται μέσα από την αντοχή του στον χρόνο και την ικανότητά του να σε μετακινεί υπαρξιακά. Αν κάτι χρειάζεται πιστοποίηση για να σταθεί, τότε δεν είναι ωραίο — είναι εύθραυστο. Αν κάτι απαιτεί συλλογική αποδοχή για να αποκτήσει κύρος, τότε δεν είναι αλήθεια — είναι σύμβαση. Η τέχνη δεν είναι δημόσια υπηρεσία αισθητικής συμμόρφωσης· είναι πράξη ρήξης. Και όποιος φοβάται τη ρήξη, ας μείνει με τις «ποιοτικές» του βεβαιότητες. Το ωραίο θα συνεχίσει να γεννιέται χωρίς την άδειά του.
Επόμενο άρθρο στις 6 του μηνός και κάθε 6 και 26










