Υπάρχουν συγγραφείς που περιγράφουν την πόλη και συγγραφείς που είναι η πόλη. Ο Σάκης Σερέφας ανήκει στη δεύτερη, σπάνια κατηγορία. Με μια γραφή που μοιάζει με νυστέρι —άλλοτε χειρουργικό και άλλοτε σαρκαστικό— έχει καταφέρει να μετατρέψει το αρχειακό υλικό της Θεσσαλονίκης, τα παλιά δελτία συμβάντων και τις σιωπές των ανθρώπων της, σε ζωντανό θέατρο.
Αυτή τη φορά, ο Σερέφας επιστρέφει στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και στη σκηνή του Μικρού Θεάτρου της Μονής Λαζαριστών, για να μας παρασύρει σε μια «κάθοδο» διαφορετική από τις άλλες. Η «Νέκυια 20 kg», σε σκηνοθεσία Ανδρομάχης Χρυσομάλη, δεν είναι μια επική ραψωδία γεμάτη ήρωες και τέρατα, αλλά μια βαθιά ανθρώπινη, οικεία περιπλάνηση στα χιλιόμετρα που διανύει η ψυχή για να συναντήσει όσα έχασε.
Με αφορμή την πρεμιέρα στις 8 Μαρτίου, συναντήσαμε τον Σάκη Σερέφα και μιλήσαμε για το ειδικό βάρος της απουσίας, για το πώς το χιούμορ γίνεται το μοναδικό οχυρό απέναντι στη λήθη, αλλά και για τη Θεσσαλονίκη του σήμερα, που συνεχίζει να γεννά ιστορίες μέσα από τις ρωγμές της.
Σε μια συζήτηση που κινείται ανάμεσα στη μεταφυσική και την καθημερινότητα, ο συγγραφέας μας εξηγεί γιατί η μνήμη είναι μια αποσκευή που, όσο κι αν ζυγίζει, δεν μπορούμε —και δεν θέλουμε— να αφήσουμε πίσω μας.
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
-Κύριε Σερέφα, γιατί «20 kg»; Είναι το βάρος της μνήμης, το βάρος ενός σώματος που λείπει ή το όριο των αποσκευών που μας επιτρέπεται να κουβαλάμε στην «άλλη πλευρά»;
Είναι όλα αυτά μαζί. Η έννοια του βάρους κυριαρχεί μεταφορικά στον λόγο μας. Λέμε: «Το έχω βάρος στη συνείδησή μου» ή «Πολύ βαριά το πήρες αυτό που σου είπα» ή «Είναι βαρύς ο χωρισμός» (από το τραγούδι του Περπινιάδη), κ.ο.κ. Ο καθένας μας κουβαλά πολλά βάρη και βαρίδια και τα δύο πρόσωπα του έργου τα σηκώνουν και τα αντέχουν (ή δεν τα αντέχουν) με διαφορετικό τρόπο.
-Η «Νέκυια» στην Οδύσσεια είναι μια κάθοδος στον Άδη. Στο δικό σας έργο, η κάθοδος φαίνεται να γίνεται στα «υπόγεια» της μνήμης. Πόσο επώδυνη ή λυτρωτική είναι αυτή η ανασκαφή;
Για άλλους ανθρώπους είναι επώδυνη και για άλλους λυτρωτική και παρηγορητική. Η μνήμη σκηνοθετεί τα περασμένα, δεν τα αποθηκεύει σαν σκληρός δίσκος σε υπολογιστή. Όσο πιο συχνά ανακαλούμε μια ανάμνηση, τόσο περισσότερο την ανα-σκηνοθετούμε, όπως υποστηρίζουν οι νευροεπιστήμονες. Είναι ύπουλος ο μηχανισμός της μνήμης και μπορεί να μπλέξει κανείς πολύ άσχημα αν θεωρεί ως απόλυτα αυθεντικές τις αναμνήσεις του. Κινδυνεύει να πιστώνει στη ζωή του καταστάσεις που αποτελούν δικές του ερμηνείες κι όχι “αληθινά” δεδομένα. Οι αναμνήσεις είναι το έργο για τη ζωή μας που παίζεται στο μυαλό μας, με το σενάριο γραμμένο από εμάς.
-Γράφετε για την άρνηση να αποδεχτούμε την απουσία. Τελικά, οι άνθρωποι που χάνουμε πεθαίνουν μόνο όταν σταματάμε να τους συζητάμε; Είναι το θέατρο το ιδανικό «μέσο» για να παρατείνουμε αυτόν τον διάλογο;
Α, ναι, οι άνθρωποι “ζουν” μέχρι και να φύγει από τη ζωή και ο τελευταίος άνθρωπος που μπορεί να μιλήσει για αυτούς. Ποιος από εμάς μπορεί να μιλήσει για έναν πρόγονό του που έζησε πριν από διακόσια χρόνια; Όλοι έχουμε τέτοιους προγόνους, μα δεν τους γνωρίζουμε ούτε κατ’ όνομα. Κι όμως υπήρξαν. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση που θα έχει ο καθένας μας στη μνήμη των κατοπινών έπειτα από διακόσια χρόνια. Έχει υπολογιστεί πως η μνήμη ενός ανθρώπου δεν διατηρείται για περισσότερο από δύο γενιές. Τόσο περαστικοί και αναλώσιμοι είμαστε. Και μη νομίζει κανείς πως εξασφαλίζει τη διάσωσή της ατομικής του περίπτωσης μέσα από τα γκάτζετ της αποθήκευσης μνήμης, όπως οι ψηφιακές φωτογραφίες, τα βίντεο, και λοιπές ματαιόσπουδες εφαρμογές. Στα ψηφιακά μπάζα θα καταλήξουν όλα. Λοιπόν, το θέατρο είναι μια μορφή τέχνης που μπορεί να μας κάνει να στοχαστούμε για τη θνητότητα, το πεπερασμένο του βίου και της μνήμης, και να μας συμφιλιώσει με όλα αυτά, να ημερέψει κάπως τον πανικό του ανθρώπου όταν αντιλαμβάνεται πόσο εφήμερος είναι.
-Στα έργα σας το χιούμορ είναι πάντα παρόν, ακόμα και στα πιο σκοτεινά θέματα. Είναι το χιούμορ η δική σας άμυνα απέναντι στο αναπόφευκτο τέλος;
Δεν νομίζω πως μπορώ να ερμηνεύσω τον εαυτό μου. Γενικότερα μιλώντας για το χιούμορ, ειδικά στα “σκοτεινά” ζητήματα που μπορεί να πραγματεύεται η δημιουργία, νομίζω πως γειώνονται σε πιο γήινες διαστάσεις, αποκτούν μια ανθρωπίλα που τα κάνει πιο οικεία, απ’ ότι αν παρέμεναν σε μια ισοϋψή τραγικότητας. Δυο δημιουργοί που εκτιμώ απεριόριστα, ο Γούντι Άλεν κι ο Μάρτιν ΜακΝτόνα, το έχουν δείξει αυτό για τα καλά.
-Μετά τους «Κωμικούς» και την «Αποστολή στον Πλανήτη Γη», επιστρέφετε στο Κρατικό. Αισθάνεστε το ΚΘΒΕ ως ένα «ασφαλές λιμάνι» για τις πειραματικές σας αναζητήσεις;
Ένας δημόσιος φορέας, όπως το ΚΘΒΕ, έχει τη δυνατότητα να δοκιμάζεται (όπως οφείλει) σε κάποια έργα που έχουν ένα ρίσκο το οποίο ίσως πιο δύσκολα θα αναλάμβανε η ελεύθερη αγορά, και να οικειώσει και το κοινό με αυτά.
-Πολλά έργα σας πατούν πάνω σε ιστορικά ή αρχειακά ίχνη. Τι είναι αυτό που σας τραβάει τόσο έντονα στο «χθες» και πώς αυτό συνομιλεί με το «σήμερα»;
Το χθες υπάρχει και ζει μέσα στο σήμερα-και αντίστροφα. Νομίζουμε, ως άνθρωποι και κοινωνίες, πως είμαστε σύγχρονοι και ούλτρα μοντέρνοι, ενώ είμαστε όλοι παμπάλαιοι. Αυτή η διαχρονία της ανθρώπινης κατάστασης είναι που με ιντριγκάρει όταν εμπνέομαι από την ιστορία και αρχειακές πηγές -κυρίως παλιές εφημερίδες, οι οποίες είναι ένας καθρέφτης της εποχής τους, μέσα στον οποίο αντικρίζεται και η δική μας.
-Έχετε μια πολύ ιδιαίτερη μουσικότητα στον λόγο σας. Γράφετε με το αυτί; Σας ενδιαφέρει περισσότερο ο ρυθμός των λέξεων ή το νόημά τους;
Γράφω ανάλογα με το είδος γραφής στο οποίο βυθίζομαι κάθε φορά (ποίηση, πεζογραφία, θέατρο). Αφήνω το ίδιο το θέμα να επιλέξει (και να με επιλέξει) τον τύπο του λόγου που του ταιριάζει. Όλα έχουν τον ρόλο τους: ο ρυθμός, το “αυτί”, το “ήθος” που φέρουν οι λέξεις. Αφουγκράζομαι το θέμα ή το ερέθισμα της έμπνευσης και υπακούω στις ανάγκες του.
-Γράφετε θέατρο, ποίηση, πεζογραφία, μελέτες. Ποια ανάγκη σας καλύπτει το θέατρο που δεν μπορεί να την καλύψει η σελίδα ενός βιβλίου;
Το θέατρο με ενδιαφέρει πολύ ως γραφή γιατί, περισσότερο από τα άλλα είδη του λόγου, είναι ένα παιχνίδι για εμένα, είναι ώρα παιδιάς όταν το γράφω. Το στήσιμο των σκηνών, των χαρακτήρων, της πλοκής, με κάνουν, συχνά, να ευφραίνομαι περισσότερο κι από όσο όταν βλέπω το έργο να παίζεται επί σκηνής. Δεν έχω κι εγώ δικαίωμα στο κατά μόνας παιχνίδι; Βέβαια, όταν αρχίζει η διαδικασία του ανεβάσματός του, πρέπει να συνεργάζεσαι και με άλλα παιδάκια, που κι εκείνα το ευχαριστιούνται πολύ.
-Υπάρχει κάποιο αντικείμενο, μια τυχαία φράση στο δρόμο ή μια παλιά φωτογραφία που στάθηκε η σπίθα για τη «Νέκυια 20 kg»;
Σίγουρα η πρώτη σπίθα ήταν η σπαρακτική ομηρική Νέκυια που μου πακτώθηκε στο μυαλό από την πρώτη φορά που τη διάβασα, δεκαετίες πριν. Για κάποιον λόγο, που ο θεατής ίσως τον εννοήσει όταν δει το έργο, μέσα στο μυαλό μου τριγύριζε και η μορφή της κότας, αυτού του μακρινού απόγονου των δεινοσαύρων.
-Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών: Είναι ένας χώρος με ιδιαίτερη ενέργεια. Πιστεύετε ότι το μέγεθος της σκηνής επηρεάζει την «πυκνότητα» του έργου σας;
Το Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών […] δημιουργεί μια αίσθηση εγγύτητας του θεατή με τα δρώμενα, αλλά και μια άλλη σχέση των ηθοποιών με το κοινό. Είναι ένας χώρος που μπορείς να ακούσεις τις ανάσες όλων όσων βρίσκονται μέσα του. Και το τι φανερώνουν αυτές οι ανάσες.

Η Θεσσαλονίκη του Σάκη Σερέφα: Ένα οδοιπορικό από τον βυθό του 1963 στο σήμερα | Στο Αρχαιολογικό, Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026
-Η συνεργασία με την Ανδρομάχη Χρυσομάλη: Πώς «κούμπωσε» η δική της σκηνοθετική ματιά πάνω στον δικό σας γραπτό κόσμο;
Νομίζω πως με την Ανδρομάχη Χρυσομάλη […] βρήκαμε πολλά κοινά στοιχεία σχετικά με το πώς βλέπουμε το ζήτημα της απώλειας και της απουσίας. Η ματιά της βλέπει το έργο «από μέσα», εξορύσσοντας τα κρυμμένα μέταλλά του, πολύτιμα ή ευτελή. Τα υπόλοιπα, επί σκηνής.
-Λέτε ότι η απουσία γίνεται τρόπος ζωής. Μπορεί ένα τραύμα να γίνει πηγή δημιουργίας ή είναι πάντα ένα βαρίδι που μας κρατάει πίσω;
Εξαρτάται από τον κάθε άνθρωπο και από το τραύμα που φέρει μέσα του. Η απουσία είναι μια αφόρητη συνθήκη για τον άνθρωπο, γιατί του είναι ακατανόητη. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι στη ζωή σου και μετά να μην υπάρχει; Είναι τρομακτικό και δυσβάσταχτο. Πώς μπορείς να επινοήσεις τρόπους ώστε να το κάνεις να διαρκέσει, ακόμη κι αν είναι απόν, δηλαδή να το κάνεις να λείπει με έναν λειτουργικό τρόπο; Για παράδειγμα, κάποτε αναρωτήθηκα παιδιάστικα: Πού πηγαίνουν τα ταξίδια μας όταν τελειώσουν; Τι απογίνονται οι στιγμές της ζωής μας όταν περάσουν; Κι εδώ είναι που έρχεται και παίρνει μπρος η μνήμη -άλλοτε βαρίδι κι άλλοτε σπίθα δημιουργίας.

Βραβείο Κειμένου για το «Viral Thess sta 11α Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης | Θέατρο Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών
-Σε μια εποχή που τα πάντα ψηφιοποιούνται, οι «Νέκυιες» μας γίνονται πιο εύκολες ή πιο επιφανειακές;
Όπως είπα και πιο πριν, η ψηφιακές καταγραφές της μνήμης μπορεί να αποτελούν παγίδα πολλές φορές. Πρώτον, γιατί εγκλωβίζουν τη μνήμη σε στιγμιότυπα και σπαράγματα στιγμών, τα οποία αποκτούν μια καθολική ερμηνευτική ματιά σε αυτό που ζήσαμε (π.χ. μια εκδρομή στο βουνό, μια χαμογελαστή φωτογραφία μας πριν 25 χρόνια – ήταν πράγματι τόσο χαρωπά τα πράγματα εκείνη τη μέρα μέσα μας;) και, δεύτερον, γιατί δεν αφήνουν να χωνευτεί η ανάμνηση και να βιωθεί η απολεσθείσα εμπειρία.
-Πολιτιστική Συνταγογράφηση: Θα μπορούσε το έργο σας να «συνταγογραφηθεί» σε κάποιον που πενθεί; Πιστεύετε στη θεραπευτική δύναμη του θεάτρου;
Η οποιαδήποτε συνταγογράφηση προαπαιτεί σαφή διάγνωση του προβλήματος και τσεκάρισμα των αντοχών του θεραπευόμενου, αλλά και του ιστορικού του. Δεν γνωρίζω αν το θέατρο θεραπεύει, όμως είμαι βέβαιος πως, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να σε κάνει να καταλάβεις αν χρειάζεσαι θεραπεία.
-Μετά από μια τέτοια «κατάθεση ψυχής» όπως η «Νέκυια 25kg», τι μένει μέσα σας; Ποιο είναι το επόμενο θέμα που σας «στοιχειώνει»;
Ρωτήστε με ξανά σε τρία χρόνια και θα έχετε την απάντηση. Επί σκηνής!
-Τι θα θέλατε να ψιθυρίσει ένας θεατής στον διπλανό του βγαίνοντας από το Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών στις 8 Μαρτίου;
«Πάμε για ένα ποτό; Έχω να σου πω.»
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ ΜΟΝΗΣ ΛΑΖΑΡΙΣΤΩΝ.
«Νέκυια 20 kg» του Σάκη Σερέφα.
Πρεμιέρα: Κυριακή 8 Μαρτίου – Είδαμε, βαθμολογήσαμε με … και σχολιάζουμε εδώ (σύντομα) Συνέντευξη: Σάκης Σερέφας.

Η παράσταση μιλά για το βάρος (τα 20 κιλά) που κουβαλάμε όταν αρνούμαστε να αποδεχτούμε την απώλεια αγαπημένων προσώπων.
Σκηνοθεσία: Ανδρομάχη Χρυσομάλη. Ερμηνεύουν: Τάσος Παλαντζίδης, Πελαγία Αγγελίδου.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη: 19:00 Πέμπτη-Παρασκευή: 21:00 Σάββατο: 18.00 & 21.00 Κυριακή: 19:00 (έως -/-)
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ






