Σε αμέτρητες ταινίες έχουμε βρεθεί μαζί με τον κεντρικό χαρακτήρα σε ένα σημείο καμπής. Σε μια στιγμή όπου διακυβεύονται τα πάντα, καμία επιλογή δεν είναι ασφαλής και κανένα αποτέλεσμα εγγυημένο. Κι όταν ο ήρωας αποφασίζει να τα παίξει όλα για όλα, παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα, λες και εξαρτάται η δική μας ζωή από το ρίσκο του.
Όσο στην πραγματικότητα επιζητάμε τη βεβαιότητα, τόσο ακουμπάμε στον κινηματογράφο για να διαχειριστούμε την αβεβαιότητα. Κι εκείνες τις στιγμές που όλα κρέμονται από μια απόφαση, η απόσταση που μας χωρίζει από την οθόνη μοιάζει να είναι απλώς μια τεχνική λεπτομέρεια.
Πόσες φορές μας έχουν καθηλώσει ιστορίες που οι πρωταγωνιστές τους ενεργούν ακόμα και ενάντια στη λογική; Στο Uncut Gems, ο Χάουαρντ (Άνταμ Σάντλερ) κινείται διαρκώς σε ένα τεντωμένο σκοινί, μέχρι τη στιγμή που θα ποντάρει τα πάντα σε ένα τελευταίο στοίχημα. Στο Whiplash, ο Άντριου (Μάιλς Τέλερ) ρισκάρει τη σωματική και ψυχική του υγεία για μία στιγμή τελειότητας.
Οι χαρακτήρες που ρισκάρουν τα πάντα, από τα χρήματα και την αξιοπιστία τους έως την υγεία και την ισορροπία τους, δεν είναι απαραίτητα πρότυπα. Συχνά είναι αντιφατικοί, ενίοτε αυτοκαταστροφικοί. Ακόμα, όμως, και αν δεν ταυτιζόμαστε μαζί τους, ταυτιζόμαστε με την αγωνία τους, γιατί στο δικό τους ρίσκο καθρεφτίζονται τα δικά μας διλήμματα. Όλες οι αποφάσεις που κληθήκαμε να πάρουμε (και ενδεχομένως δεν πήραμε) υπό καθεστώς αβεβαιότητας ή πίεσης – για τη δουλειά, τις σχέσεις, την πορεία της ζωής μας.

Το σημείο καμπής ως στιγμή αλήθειας
Όταν ο ήρωας φτάνει στο σημείο καμπής, είναι και η στιγμή που οι δικαιολογίες τελειώνουν. Δεν υπάρχει πια περιθώριο για αναμονή ή υπεκφυγή. Οι επιλογές αποκτούν βάρος και ό,τι ακολουθήσει θα τον ορίσει.
Είναι, επίσης, η στιγμή που ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι η πραγματική εξέλιξη προϋποθέτει την έξοδο από το comfort zone, την αλλαγή, την υπέρβαση. Αυτή η ολοκληρωτική έκθεση στο ρίσκο μάς θυμίζει πως οι ουσιαστικές αλλαγές απαιτούν το θάρρος να εγκαταλείψουμε τη σιγουριά της ασφάλειας.
Η ψυχολογική ανάγκη της πρόβλεψης
Κι όμως, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης μάς σπρώχνει σχεδόν πάντα εκεί, στην ασφάλεια. Αυτή η εσωτερική σύγκρουση είναι που μας κάνει να αναζητάμε διαρκώς εργαλεία για να δαμάσουμε το απρόβλεπτο.
Όταν κοιτάμε την πρόγνωση του καιρού ή μελετάμε τα προγνωστικά στοιχήματος, αναζητάμε μια σταθερά, ένα δεδομένο που θα μειώσει την πιθανότητα του λάθους. Δεν είναι τόσο το αποτέλεσμα που μας ενδιαφέρει όσο η αίσθηση ότι μπορούμε να το προβλέψουμε και να το ελέγξουμε.
Ο κινηματογράφος λειτουργεί ως ένα ακόμα εργαλείο ελέγχου του χάους. Οι ιστορίες του μας προπονούν στη διαχείριση της αβεβαιότητας μέσα σε ένα προστατευμένο περιβάλλον. Χάρη σ’ αυτές, μπορούμε να επεξεργαστούμε τα πιο ακραία σενάρια και, μέσα από χαρακτήρες που κάνουν πράγματα που εμείς φοβόμαστε, να ζήσουμε την αδρεναλίνη του ρίσκου χωρίς τις συνέπειες της αποτυχίας ή της κατάρρευσης.
Ίσως, τελικά, να αγαπάμε αυτές τις ταινίες όχι επειδή μας υπόσχονται λύτρωση ή δικαίωση, αλλά επειδή μας θυμίζουν πως χωρίς ρίσκο δεν υπάρχει ιστορία – ούτε στην οθόνη, ούτε στη ζωή. Μας επιτρέπουν να σταθούμε για λίγο στο χείλος του γκρεμού, να νιώσουμε την ένταση και να επιστρέψουμε στη δική μας πραγματικότητα λίγο πιο έτοιμοι να αναμετρηθούμε με την αβεβαιότητά της.




