Είδε η Ειρήνη Σοφιανίδου και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα
Ευθύνεται ο καλλιτέχνης για το πώς χρησιμοποιείται το έργο του; Αυτό είναι ένα από τα πολλά ζητήματα που πραγματεύεται στον «Πουπουλένιο» ο Μάρτιν Μακ Ντόνα, που παρακολουθήσαμε στο θέατρο Κολοσσαίο.
Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα γράφει το 2003 ένα σκοτεινό, αλληγορικό και βαθιά πολιτικό έργο, που συνδυάζει μαύρο χιούμορ με τη φρίκη της παιδικής κακοποίησης και της βίας. Ο Πουπουλένιος είναι ένα σκληρό παραμύθι για ενήλικες. Ο συγγραφέας εξερευνά τη δύναμη που μπορεί να κρύβουν τα διηγήματα και τον βαθμό επιδραστικότητας που έχουν στον αναγνώστη. Το έργο του ΜακΝτόνα δεν είναι απλώς ένα θεατρικό κείμενο, είναι μια βαθιά φιλοσοφική διερεύνηση της τέχνης ως καταφύγιο, μια μελέτη πάνω σε ζητήματα όπως τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, η βία, ο κρατικός αυταρχισμός που δεν τιμωρεί μόνο τις πράξεις αλλά και τις ιστορίες κι όλα αυτά κάτω από την ομπρέλα του σαρκασμού και του μαύρου χιούμορ.
Κεντρικό σύμβολο του έργου είναι ο Πουπουλένιος, μια φανταστική φιγούρα από ένα παραμύθι του κεντρικού ήρωα, του Κατούριαν. Ο Πουπουλένιος πείθει παιδιά που πρόκειται να βιώσουν έντονη κακοποίηση στη ζωή τους να πεθάνουν, προκειμένου να γλυτώσουν από τη μελλοντική δυστυχία τους. Το σύμβολο αυτό θέτει ένα βαθιά ηθικό δίλημμα: μπορεί ο θάνατος να θεωρηθεί λύτρωση; Και ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίσει για τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου;
H υπόθεση εξελίσσεται σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς που δεν κατονομάζεται. Ο συγγραφέας Κατούριαν συλλαμβάνεται και ανακρίνεται από δύο αστυνομικούς, τον Τουπόλσκι και τον Αριέλ, καθώς κάποια φρικτά εγκλήματα με θύματα παιδιά μοιάζουν να αντιγράφουν τις ιστορίες του. Στο διπλανό κελί κρατείται ως ύποπτος και ο διανοητικά καθυστερημένος αδερφός του, Μίσαλ που σύντομα αποκαλύπτεται πως είναι ο δράστης των στυγερών φόνων . Η ανάκριση του Κατούριαν δεν αφορά μόνο τις πράξεις αλλά κυρίως τις ιδέες και τις ιστορίες, υπογραμμίζοντας τον φόβο της εξουσίας απέναντι στη δύναμη του λόγου.
Πάμε τώρα στην παράσταση που παρακολουθήσαμε ξεκινώντας με τα θετικά (+)
Σίγουρα θα αναφερθούμε σε ένα απόλυτα ρεαλιστικό σκηνικό της Μαρίας Φιλίππου που δημιούργησε ένα λιτό και ψυχρό ανακριτικό γραφείο με στοιχεία φθοράς του χώρου εντείνοντας το αίσθημα εγκλωβισμού και καταπίεσης των ηρώων. Ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα καίρια για την εξέλιξη της δράσης.
Μεγάλο ενδιαφέρον είχε κι η μουσική του Γιάννη Μαθέ. Λιτή και σκοτεινή, λειτούργησε υποστηρικτικά χωρίς να κυριαρχεί στη σκηνή ενώ στις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις των ιστοριών αποκτούσε παραμυθιακό χαρακτήρα, δημιουργώντας αίσθημα ανησυχίας, σαν αυτό που νιώθουμε όταν με αγωνία περιμένουμε την εξέλιξη του παραμυθιού.
Η μετάφραση της Χριστίνας Μπάμπου Παγκουρέλη αποδίδει σε ικανοποιητικό βαθμό το σκληρό ύφος και το μαύρο χιούμορ του ΜακΝτόνα. Η γλώσσα είναι άμεση και ζωντανή, με εύρυθμους διαλόγους που έχουν την απαιτούμενη φυσικότητα, ενισχύοντας τον ρεαλισμό των χαρακτήρων. Έλειπε όμως η ωμότητα που θα υπηρετούσε τον τελικό σκοπό του συγγραφέα και κατ επέκταση του έργου!
Αναμφίβολα στα θετικά της παράστασης και η ερμηνεία του Νίκου Πουρσανίδη. Ο Χατούριάν του βιώνει ένα συναισθηματικό ρόλερ κόστερ. Φοβάται, απορεί, αντιδράει, υποτάσσεται , ελπίζει, απελπίζεται, αγαπάει τον αδερφό του και λατρεύει τα κείμενά του πιο πολύ κι από την ίδια του τη ζωή. Κι όλα αυτά τα κάνει αβίαστα, σχεδόν οργανικά, με υποκριτική δεξιοτεχνία, ενώ είναι εξαιρετικός και στις αφηγήσεις –στα αντίστοιχα μέρη.
Οι δύο ανακριτές λειτουργούν συμβολικά και συμπληρωματικά ο ένας στον άλλον. Ο Τουπόλσκι εκπροσωπεί την ψυχρή, λογική, γραφειοκρατική εξουσία, ενώ ο Αριέλ τη βίαιη αλλά συναισθηματικά φορτισμένη πλευρά της.
Ο Δημήτρης Πιατάς, λοιπόν ως Τουπόλσκι ή αλλιώς ο «καλός» μπάτσος που ηγείται της έρευνας και της ανάκρισης, είναι ο πιο αποστασιοποιημένος ίσως χαρακτήρας του έργου, ήταν περισσότερο κωμικός παρά κυνικός. Είχε αναμφισβήτητα ερμηνευτική δύναμη όμως ήθελε περισσότερη στιβαρότητα από τον ηθοποιό για να αντανακλά την εξουσία του ρόλου.
Ο Γεράσιμος Σκαφίδας ως ο «κακός» μπάτσος Άριελ έχτισε μια περσόνα με προβληματική παιδική ηλικία που σχεδόν έμοιαζε με καρικατούρα. Κατάφερε όμως να ισορροπήσει και να μην περάσει τη λεπτή γραμμή δημιουργώντας ένα απόλυτα στερεοτυπικό σε αντιδράσεις εκπρόσωπο ολοκληρωτικού καθεστώτος- που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ταιριαστή κι εύστοχη επιλογή-ενώ όλη αυτή η εικόνα έσπασε στην τελευταία σκηνή όταν είδαμε τις συναισθηματικές ρωγμές του ήρωα.
Στα αρνητικά (-): Ο Αργύρης Αγγέλου στον δύσκολο ρόλο του Μίσαλ αν και προσπάθησε να προσεγγίσει τον ρόλο του με τρυφερότητα κι ευαισθησία δεν κατάφερε να μας πείσει ως άτομο με νοητική υστέρηση. Ο Μίσαλ, θύμα ψυχασθενών γονέων με εμφανή τα σημάδια της κακοποίησης στην αθώα ψυχή του είναι ένα άτομο με στοιχεία παιδικής αφέλειας και έλλειψη επίγνωσης του κακού. Όταν ένας ηθοποιός αποδίδει άριστα έναν ρόλο λέμε «δεν υποδύθηκε τον τάδε ήταν ο τάδε». Εδώ ισχύει το αντίθετο. Ο Αγγέλου επαιξε τον Μίσαλ! Ακριβώς επειδή έλειπε η ειλικρίνεια κι η απλότητα από την ερμηνεία του δεν κατάφερε να συγκινήσει ακόμα και στις πιο δυνατές σκηνές, εκείνες με τον Κατούριαν.
Και φτάνουμε στο μέρος της σκηνοθεσίας. Ας πούμε ότι το έργο στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες. Το υποδόριο, σαρδόνιο χιούμορ, το ψυχολογικό θρίλερ στα όρια του τρόμου και το παραμυθικό στοιχείο με τη μορφή των αποτροπιαστικών αφηγήσεων. Η σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη είχε θετικά στοιχεία όπως η χρήση του θεάτρου σκιών και η κάθοδος του Κατούριαν στην πλατεία κατά τη διάρκεια των φρικιαστικών παραμυθιών, γεγονός που τις έκανε πιο άμεσες και τις διαχώριζε από το θεατρικό παρόν του έργου. Στα συν και ο γρήγορος ρυθμός κι η σφιχτοδεμένη πλοκή. Επέλεξε όμως να φωτίσει το χιούμορ του κειμένου χωρίς παράλληλα να φροντίσει να κρατήσει στο ζενίθ την αγωνία των θεατών. Θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για να αποφορτίσει και να ελαφρύνει την βαριά ατμόσφαιρα αφού βέβαια πρώτα την είχε δημιουργήσει. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν οι θεατές να φύγουν μετά το τέλος της παράστασης ανάλαφροι σαν το πούπουλο, χωρίς κανένα συναισθηματικό βάρος, χωρίς κανέναν προβληματισμό ενώ είχαν παρακολουθήσει μια τόσο σκοτεινή ιστορία. Ο Χανιωτάκης επέλεξε να παρουσιάσει την ιστορία με την αποστασιοποίηση ενός θεραπευόμενου σε ψυχοθεραπευτική συνεδρία που περιγράφει το τραύμα του λες και συνέβη σε άλλον. Χάθηκε το βάθος και η ισορροπία.
Συνοψίζοντας (=): Είδαμε ένα έργο που δεν αποτελεί απλώς μια ιστορία βίας αλλά μια βαθιά αλληγορία για την ανθρώπινη φύση, την εξουσία και την ανάγκη να δοθεί νόημα στον πόνο. Τα επιτυχημένα στοιχεία της παράστασης όπως τα σκηνικά, η μουσική, τα φώτα, οι ερμηνείες και κάποια σκηνοθετικά ευρήματα αν και ήταν εκεί, όμως δεν μπόρεσαν να αντισταθμίσουν την ατυχή σκηνοθετική προσέγγιση με αποτέλεσμα οι θεατές να παρακολουθούν τα δρώμενα με μια αποστασιοποίηση που σίγουρα δεν ήταν το ζητούμενο. Το έργο είναι από αυτά που θα μπορούσαν να προκαλέσουν έντονες συναισθηματικές εναλλαγές, από τη φρίκη και τον φόβο μέχρι τη συγκίνηση και το γέλιο. Αντ΄ αυτού η οθόνη έδειξε μια ευθεία γραμμή.Ο Πουπουλένιος αναγκάζει τον θεατή να αντιμετωπίσει σκληρά ερωτήματα χωρίς την ασφάλεια των εύκολων απαντήσεων. Κανένα τέτοιο ερώτημα δεν αισθάνθηκα να με βαραίνει.
Βαθμολογία: 5,4/10
ARTBOX FARGANI
«Πουπουλένιος» του Μάρτιν ΜακΝτόνα

Σε ένα αυταρχικό κράτος, ένας συγγραφέας ανακρίνεται από δύο αστυνομικούς για το περιεχόμενο των φρικιαστικών διηγημάτων του. Η ιστορία περιπλέκεται όταν μια σειρά από δολοφονίες παιδιών στην πόλη φαίνεται να αναπαριστά με ακρίβεια τις ιστορίες του. Πού τελειώνει η καλλιτεχνική ελευθερία και πού ξεκινά η ηθική ευθύνη;
Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης. Ερμηνεύουν: Δημήτρης Πιατάς, Νίκος Πουρσανίδης, Αργύρης Αγγέλου, Γεράσιμος Σκαφίδας.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή: 21:00, Σάββατο: 18:30 & 21:15, Κυριακή: 19:00 (έως 15/02)
Αναλυτικές πληροφορίες για τη παράσταση θα βρείτε εδώ







.jpg)


