Γράφει η Ρένα Καλπάκη για την Κουλτουρόσουπα

Ως κίνημα πολιτών ονομάζουμε μια μορφή συλλογικής δράσης ανθρώπων που ενώνονται γύρω από ένα κοινό στόχο, μια ιδέα ή πρόβλημα, προκειμένου να φέρουν αλλαγή στην κοινωνία ή το πολιτικό σκηνικό. Ξεκινά από συνήθεις ανθρώπους, όχι από επίσημους πολιτικούς ή κομματικές δομές, μπορεί να είναι αυθόρμητο ή οργανωμένο και χρησιμοποιεί μέσα όπως διαδηλώσεις, συλλογή υπογραφών, κοινωνικά δίκτυα.
Ένα τέτοιο παράδειγμα στη χώρα μας αποτελεί, το κίνημα των «Αγανακτισμένων» που αναπτύχθηκε το 2011, στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και των μνημονιακών πολιτικών. Οι μαζικές συγκεντρώσεις πολιτών στην πλατεία Συντάγματος και σε άλλες πλατείες πόλεων αποτέλεσαν τον κεντρικό χώρο δράσης. Παρότι κινητοποίησε χιλιάδες πολίτες, δεν μετουσιώθηκε σε επιτυχημένη πολιτική δύναμη και διαλύθηκε χωρίς να δημιουργήσει βιώσιμο κόμμα.
Το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη (2014) πλέει στη «γκρίζα ζώνη» του κινήματος πολιτών, ξεκίνησε ως τέτοιο αφού ο ιδρυτής του ήταν δημοσιογράφος και όχι επαγγελματίας πολιτικός και τα πρώτα πρόσωπα που τον πλαισίωσαν δεν ήταν επίσης πολιτικοί, αλλά συγγραφείς, επιστήμονες, καλλιτέχνες κτλ. Αμέσως βέβαια, απέκτησε τη δομή κόμματος, με εκλογικό στόχο την κατάληψη της εξουσίας, με ιεραρχία και πολιτική πρόταση. Κατάφερε να μπει στη Βουλή αλλά σταδιακά εξασθένησε και τελικά διαλύθηκε, με κάποια μέλη του να παίρνουν μεταγραφή σε άλλα κόμματα.
Μια σύντομη αναφορά εκτός συνόρων, το Κίνημα 5 Αστέρων στην Ιταλία, ξεκίνησε από έναν κωμικό/ακτιβιστή, έγινε κυβέρνηση το 2018, αλλά στη συνέχεια αντιμετώπισε εσωτερικές κρίσεις και εξασθένησε. Επίσης το Podemos στην Ισπανία, προήλθε από ακαδημαϊκούς έχοντας άμεση σχέση με το κίνημα των «Αγανακτισμένων», έγινε σημαντική δύναμη, δεν κατάφερε να κυβερνήσει μόνο του, αλλά κατάφερε να εκλεγούν κάποιοι και ως Ευρωβουλευτές. Αξιοσημείωτο βέβαια και το κίνημα των «Πράσινων/Οικολόγων» που σε αρκετές χώρες μετουσιώθηκε σε κόμμα, χωρίς ιδιαίτερες επιτυχίες.
Ερχόμαστε στο σήμερα, με την πρόσφατη αναγγελία της δημιουργίας ενός κινήματος πολιτών από τη Μαρία Καρυστιανού και την προοπτική κόμματος. Με αφορμή τα Τέμπη και τη δυναμική που απέκτησε η πρωτοφανής συμμετοχή του κόσμου στις σχετικές συγκεντρώσεις, η έμφαση που δίνεται στο εν λόγω κίνημα είναι η καταπολέμηση της διαφθοράς, η διαφάνεια και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του κοινού στους θεσμούς. Σύμφωνα με σχετικές δηλώσεις, πρόκειται για ένα «υπερκομματικό» κόμμα χωρίς ιδεολογικό πρόσημο, πλαισιωμένο όχι από πολιτικούς του υπάρχοντος συστήματος.
Το ότι το κίνημα αυτό προέρχεται από ένα γεγονός που συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και προκάλεσε μαζικές κινητοποιήσεις, κινεί σίγουρα συναισθηματικά τους υποστηρικτές της αρχικά τουλάχιστον. Η Καρυστιανού έχει αποκτήσει αναγνωρισιμότητα με τη δυναμικότητά της που την έκανε να ξεχωρίσει. Επίσης, η απογοήτευση του κόσμου από τα υπάρχοντα κόμματα και το αίτημα για λογοδοσία και αλλαγή είναι ισχυρό, αλλά είναι αρκετά όλα αυτά για να δώσουν φόρμα και ζωή σε ένα τέτοιο κίνημα; Η μετάβαση από το συλλογικό πόνο σε συγκροτημένο πολιτικό πρόγραμμα είναι δύσκολη. Τα προσωποκεντρικά κινήματα έχουν πάντα τον κίνδυνο εξασθένησης αν το «πρόσωπο» απογοητεύσει ή φθαρεί. Όπως και η οργάνωση ετερόκλητων οπαδών πάνω σε συγκριμένο πρόγραμμα και ιδεολογία είναι κάτι που υπονομεύει τη βιωσιμότητα και επιτυχία τους.
Η ελληνική κοινωνία εμφανίζει διαχρονικά χαμηλά επίπεδα θεσμικής εμπιστοσύνης, έτσι τα κινήματα πολιτών μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί πίεσης όταν οι θεσμοί αδυνατούν να απορροφήσουν τα κοινωνικά αιτήματα. Δεν χρειαζόμαστε λοιπόν απλώς ένα νέο κίνημα, αλλά ένα κίνημα που να είναι συλλογικό και όχι προσωποκεντρικό, να διαθέτει θεσμική συνείδηση και όχι μόνο ηθική αγανάκτηση και να έχει σαφή αιτήματα και ρεαλιστικές διεκδικήσεις, Η ιστορία δείχνει λοιπόν ότι τα κινήματα που δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις είτε εκτονώνονται είτε απορροφώνται από το σύστημα είτε οδηγούνται σε πολιτική φθορά.Όλα αυτά βέβαια μπορούν να κουράσουν το κοινό ενισχύοντας περαιτέρω την πολιτική αποχή του ή να δίνει χώρο σε ακραία κινήματα πλήττοντας τη δημοκρατία.
Από την άλλη τα παραδοσιακά κόμματα μοιάζουν παντοδύναμα: Η διαπλοκή με επιχειρηματικά συμφέροντα παρέχει χρηματοδότηση για ακριβές προεκλογικές καμπάνιες και διαφημίσεις. Επίσης, η σύνδεση με ιδιοκτήτες ΜΜΕ εξασφαλίζει ευνοϊκή κάλυψη και περιορίζει την κριτική προς αυτά. Επιπλέον, η δυνατότητα των κομμάτων να προσφέρουν θέσεις, συμβάσεις, άδειες δημιουργεί δίκτυα υποστήριξης/ πελατειακές σχέσεις. Το παράδοξο είναι ότι συχνά οι πολίτες καταγγέλλουν τη διαφθορά αλλά ψηφίζουν τα ίδια κόμματα – από συνήθεια, ελλείψει εναλλακτικών ή επειδή θεωρούν ότι “όλοι το ίδιο είναι” ενισχύοντας έτσι το status quo.
Συμπερασματικά, είτε πρόκειται για ένα κίνημα πολιτών είτε για ένα κόμμα, η ελληνική κοινωνία θα πρέπει να μάθει από τα λάθη του παρελθόντος, αφού έχει πληρώσει ακριβά το κόστος της προσωπολαγνείας. Το να περιμένει κανείς Μεσσίες δείχνει ανωριμότητα και υπεκφυγή ευθυνών, άλλωστε ποιος Μεσσίας έσωσε ποτέ κάποιους; Και πώς μπορεί ο απλός πολίτης να διεκδικεί δικαιοσύνη όταν καθημερινά οι (μικρο) παρανομίες είναι τρόπος ζωής αλλά περιμένει το σύστημα που πολεμά να τον «καλύψει»;








