Είδε και σχολιάζει η Πίτσα Στασινοπούλου για την Κουλτουρόσουπα
Παρότι το πασίγνωστο θέμα από το ομώνυμο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή παραμένει ελκυστικό εμπνέοντας πολλές θεατρικές και όχι μόνο προσεγγίσεις, εντούτοις η απογοήτευσή μας τελευταία από την κρατική σκηνή και επιπλέον η καθιερωμένη μαμούθ διάρκεια των 3 ωρών ως είδος… εμμονής, ομολογουμένως μας οδήγησαν με κάποιο «μάγκωμα» στο Βασιλικό Θέατρο, μη ξέροντας τί να περιμένουμε και πάντως με αμφιλεγόμενες προσδοκίες…
Ωστόσο η περιέργεια για τον τρόπο απόδοσης ενός οικείου και απολαυστικού περιεχομένου υπερίσχυσε της προκατάληψης κι έτσι βρεθήκαμε να παρακολουθούμε την παράσταση «Αυτή η νύχτα μένει», βασισμένη σε κείμενο του Θάνου Αλεξανδρή και σε σκηνοθεσία του Αστέριου Πελτέκη στο Βασιλικό Θέατρο, ως καινούργια παραγωγή του ΚΘΒΕ…
Όπου επί σκηνής ζωντανεύει ο «κόσμος της νύχτας» στα σκυλάδικα της επαρχίας του ΄80, με όλες τις θεατές και αθέατες πτυχές, τόσο στο προσκήνιο της φωτισμένης πίστας, όσο και στο παρασκήνιο των σκοτεινών καμαρινιών… θυμίζοντας νοοτροπίες, πάθη, αμαρτίες, «οικεία κακά» του πρόσφατου παρελθόντος, όπου το αδούλευτο χρήμα των αγροτικών επιδοτήσεων έρρεε άφθονο καταλήγοντας ως «επένδυση» στα μπουζουξίδικα, αλλά και στιγμές ανθρωπιάς που μόνο σε αυθεντικά περιβάλλοντα ανθίζουν…
Με αφορμή την κοινωνική έρευνα μιας δημοσιογράφου για τη νυχτερινή ζωή στα τότε μπουζούκια της επαρχίας όπως την περιγράφει «εκ των έσω» ο συνεντευξιαζόμενος κεντρικός ήρωας, αναδύονται βιώματα, μνήμες, τραύματα, ευτράπελα, ακρότητες… άλλοτε με την εφήμερη λάμψη της δόξας και την ευμάρεια ενός κόσμου αποχαυνωμένου, κι άλλοτε με τον σκοτεινό μανδύα της απόγνωσης όταν σβήνουν τα φώτα, το αλκοόλ παραλύει τις αντιστάσεις και αποκαλύπτεται το πραγματικό, γυμνό πρόσωπο των ανθρώπων…Ένας ιδιαίτερος κόσμος με γλυκόπικρες ιστορίες «πνιγμένες» σε ποτά, λουλούδια, σπασμένα πιάτα, καψουροτράγουδα, όπου συνυπάρχουν οι φωτεινές, ανθρώπινες, αλλά και σκοτεινές, παρακμιακές, περιθωριακές όψεις της κοινωνίας σε οριακό επίπεδο…
Προφανώς δεν αγαπήθηκε τυχαία το ελκυστικό βιβλίο (+) του Θάνου Αλεξανδρή, που θα χαρακτηρίζαμε ως εύστοχη ηθογραφία μιας αμφιλεγόμενης εποχής που σημάδεψε τη συλλογική μνήμη, επιλέγοντας τον αντιπροσωπευτικό μικρόκοσμο των σκυλάδικων για να την αποτυπώσει με γλαφυρότητα, ακρίβεια και αυθεντικότητα… καθότι πρόκειται για προσωπικές μαρτυρίες του συγγραφέα, που έχοντας δουλέψει για χρόνια σε νυχτερινά μαγαζιά της επαρχίας εκείνη την εποχή, καταθέτει πραγματικές εμπειρίες και γεγονότα που βίωσε, αφήνοντας να διαφανεί ο συναισθηματικός πλούτος που αποκόμισε από έναν γοητευτικό κόσμο που ζει στα όρια, δοκιμάζοντας κάθε νύχτα τις αντοχές του και παραπαίοντας ανάμεσα στο ζενίθ της λάμψης και το ναδίρ της πίκρας…Και ακριβώς χάρη στην αλήθεια του το κείμενο αποκτά ουσιαστική βαρύτητα, καταγράφοντας αντικειμενικά, ισορροπημένα, χωρίς μελό, υπερβολές ή στερεότυπα, με σωστές δόσεις χιούμορ και συναισθήματος, με αυθεντικούς χαρακτήρες, με ενδιαφέρουσα δομή από αλλεπάλληλες ιστορίες, μια ιδιαίτερη πτυχή της τότε κοινωνικής πραγματικότητας, όταν πχ. η γυναικεία υποτίμηση, κακοποίηση ή βιασμός περνούσαν απαρατήρητα ως αναπόφευκτα επακόλουθα της νύχτας…
Σχολιάζοντας τη θεατρική απόδοση και σκηνοθεσία του Αστέριου Πελτέκη, δεν γίνεται να μην αποδώσουμε σπουδαία εύσημα για ένα αποτέλεσμα ιδιαίτερα εμπνευσμένο σε όλα τα επίπεδα, που παρά τη διάρκεια των τριών ωρών απολαύσαμε προσηλωμένοι με όλες τις αισθήσεις και ειλικρινά δεν θυμόμαστε πότε μας ξανασυνέβη ανάλογο «θαύμα» στο Κρατικό… Προσπερνώντας κάποιες δευτερεύουσες επισημάνσεις που θα αναφερθούμε παρακάτω και αφού επαινέσουμε την εύστοχη θεατρική προσαρμογή, θα εστιάσουμε αρχικά στην ευφάνταστη, σύγχρονη, εξαιρετικά δουλεμένη δομή μιας πληθωρικής παράστασης που πρόσφερε απλόχερα με ισορροπημένες δόσεις εντυπωσιακό θέαμα, εναλλασσόμενη δράση, ποικίλα ευρήματα, ιδανική μείξη χιούμορ, σκληρού ρεαλισμού και συγκίνησης, άφθονο ζωντανό τραγούδι με μουσικούς επί σκηνής, αυθεντικότατη ατμόσφαιρα σκυλάδικου με προσεγμένη την παραμικρή λεπτομέρεια, ακόμα και στις αναγγελίες των «κουδουνιών»…
Βεβαίως συνέβαλαν καθοριστικά, πέραν των θαυμάσιων φωτισμών με τις έξτρα φωτεινές ταμπέλες και καθρέφτες, το εξίσου εμπνευσμένο, πολυμορφικό σκηνικό με τις λιτές, αφαιρετικές αλλά άκρως λειτουργικές κυλιόμενες κατασκευές ή έπιπλα (μέχρι και αυτοκίνητο), που ανάλογα με τη ευρηματική σύνθεσή τους, άλλοτε οριοθετούσαν σχηματικά τους χώρους, άλλοτε εξυπηρετούσαν συμβολικά τις αναδρομές στον χρόνο, άλλοτε ανέπτυσσαν τη δράση σε διαφορετικά χωροταξικά επίπεδα, προσδίδοντας μοντέρνα, θεαματική, καλλιτεχνική οπτική στο εγχείρημα χωρίς καμιά περιττή εκζήτηση…
Εννοείται φυσικά ότι η εμβληματική μουσική του Κραουνάκη σφράγισε την ατμόσφαιρα, παράλληλα με γνωστά εποχιακά σουξέ της καψούρας, όπου βρήκαμε καταπληκτική την επιλογή να ακούγονται μικρά αποσπάσματα ή μόνο ένα ενδεικτικό κουπλέ ή μια μουσική φράση και να «παγώνει» ηεικόνα… Ταυτόχρονα τα άφθονα κοστούμια πίστας με το κυρίαρχο λαμέ, οι ξεσαλωμένοι θαμώνες στα τραπέζια, ο χορός και η κονσομασιόν των κοριτσιών, τα σπασμένα πιάτα, ο λουλουδοπόλεμος, το διαρκές πηγαινέλα των σερβιτόρων σε διάδραση με το μπροστινό κοινό, το ντουμάνι των καπνών, απέδωσαν με απόλυτο ρεαλισμό και πειστικότητα το κλίμα…
Πρόκειται ασφαλώς για δύσκολη σκηνοθετική διαχείριση ενός τόσο «ογκώδους» σε περιεχόμενο , σύνθετου, πολυπρόσωπου, μουσικοθεατρικού έργου με διαρκείς εναλλαγές καταστάσεων, ποικίλες ιστορίες και συχνές μεταβάσεις σε διαφορετικούς χώρους και χρόνους, που όμως διευθετήθηκε άψογα κερδίζοντας ένα ιδιαίτερα απαιτητικό στοίχημα… Πέραν δε των προαναφερθέντων, αξίζει να σημειώσουμε τον εμπλουτισμό με εμβληματικά πλάνα της ομώνυμης ταινίας και με εμβόλιμες μαγνητοσκοπημένες συνεντεύξεις από τότε πρόσωπα του χώρου με δικές τους μαρτυρίες, ενισχύοντας την αυθεντικότητα μιας ευρύτερης κοινωνικής καταγραφής…
Παράλληλα εντυπωσίασαν ο υποδειγματικός ρυθμός και η συνεχής αβίαστη ροή σε τόσο μεγάλη διάρκεια απανωτών εναλλαγών χωρίς καθόλου χάσματα ή σύγχυση, ενώ αναδείχθηκαν εξαιρετικά το συναίσθημα με έρωτες, πάθη, απόγνωση, τρυφερές στιγμές ανθρωπιάς,το σκληρό περιθώριο με μεθυσμένους, εκμεταλλευτές, βιαστές, το λυτρωτικό χιούμορ όταν ο γαλουχημένος στην υψηλή τέχνη με Χατζηδάκη και Κουν, αναγκάζεται για το μεροκάματο να άδει Σακελλαρίου και να «εκπορνευτεί»… Μια άξια επαίνων σκηνοθεσία που απέδωσε με σπουδαία έμπνευση, φαντασία, ρεαλισμό, πλούσιο θέαμα και ακρόαμα, ζωντανό ρυθμό και ουσία, μια άκρως θελκτική πολυεπίπεδη δημιουργία…
Όσο για το πλήθος ηθοποιών, μουσικών, χορευτών, περίπου 30 άτομα επί σκηνής άριστα συγχρονισμένα σαν καλοκουρδισμένο ρολόι ακριβείας, θα πούμε ένα ειλικρινές «μπράβο» για τις άξιες επιδόσεις όλων ανεξαιρέτως, με υποκριτικές, τραγουδιστικές και χορευτικές ικανότητες, συνθέτοντας ένα εντυπωσιακό μουσικοθεατρικό «σώου», όπου επιπλέον οι περισσότεροι επιφορτίστηκαν πολλαπλούς ετερόκλητους ρόλους, χωρίς καν να καταλάβουμε πότε έγιναν οι αλλαγές.. Όλοι στα πόστα τους υπηρέτησαν τη συνθήκη με θαυμαστή ακρίβεια, αυθεντικότητα, προσήλωση, με πλέον αξιοσημείωτο ότι δεν υπήρξε ούτε ίχνος χαλάρωσης από κανέναν στα δεύτερα πλάνα των πολλών παράλληλων δράσεων όταν τα μάτια ήταν στραμμένα στο πρώτο πλάνο, γεγονός που πέραν της φυσικότητας ως αποτέλεσμα, αποδεικνύει επαγγελματισμό, ωριμότητα, συνέπεια, αφοσίωση και μάλιστα από νεαρά άπειρα παιδιά…
Επιπλέον οι σωστά καλλιεργημένες φωνές όσων τραγούδησαν (όπως η εξαιρετική της Εύης Σαρμή), καθώς και οι μελετημένες χορογραφίες ως «μπαλέτο μαγαζιού» ή ως λάγνα τσιφτετέλια στο τραπέζι, ολοκλήρωσαν άψογα την εικόνα του απαιτητικού ζωντανού παζλ…
Ωστόσο ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον κεντρικό «ήρωα» Παντελή Καναράκη, που ξεκινώντας ως συνεντευξιαζόμενος με προσωπικές μαρτυρίες, περνά στη δραματοποίηση όσων έζησε, υποδυόμενος τον εαυτό του από τα αθώα νεανικά χρόνια όταν ως κουλτουριάρης καλλιτέχνης βρέθηκε από ανάγκη στον ανελέητο κόσμο της νύχτας, αναγκασμένος σε εκπτώσεις που ούτε φανταζόταν, μέχρι να τον κατακτήσει ως «αστέρι»… Ένας ρόλος κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του ταλαντούχου ηθοποιού- περφόρμερ (με πρότυπο τον Γιώργο Μαρίνο), όπου έλαμψε με το έντονο ταπεραμέντο του, το μπρίο, το πηγαίο χιούμορ, την αμεσότητα, τις επίκαιρες σατιρικές «μπηχτές», το τραγούδι, την άνεση της πίστας, παράλληλα με συναισθηματικές στιγμές, σε μια πληθωρική ερμηνεία με διαδοχικές κλιμακώσεις, κερδίζοντας τον θαυμασμό…
Ενδιαφέρουσα επίσης υπήρξε η συμμετοχή με υποκριτική παρέμβαση και σώου από τον καταξιωμένο χορογράφο Δημήτρη Παπάζογλου στον ρόλο του εμβληματικού «Μάριου» της εποχής, καθώς και η συμμετοχή- έκπληξη του συγγραφέα Θάνου Αλεξανδρή με τραγούδι και μικρό χαρακτηριστικό ρόλο…
Οι ήσσονος σημασίας επισημάνσεις μας (-) αφορούν στα (σύντομα ευτυχώς) στιγμιότυπα της συνέντευξης με τη δημοσιογράφο και τον Καναράκη, τα οποία ως άνευρα και επίπεδα έμοιαζαν με ξένο, ανένταχτο σώμα στο γενικό ξεσηκωτικό κλίμα, ενώ οι μεταξύ τους διάλογοι στερούνταν φυσικής αμεσότητας, παραπέμποντας σε γραπτό και όχι προφορικό λόγο…
Επίσης θωρούμε ότι το περιεχόμενο των μαγνητοσκοπημένων, συμβατικών συνεντεύξεων θα μπορούσε να συμβάλλει με πιο «ζουμερή» ουσία, ενώ το τραγουδιστικό κομμάτι και η διασκέδαση ελαφρώς πλατείασαν και ίσως μια σύμπτυξη αναδείκνυε πιο μεστά τον πυρήνα… Τέλος η σπαρακτική καταγγελία του βιασμού που αγνοήθηκε επιδεικτικά από όλους, όσο διαφορετική κι αν ήταν η εποχή, θωρούμε ότι η αντίδραση στερούνταν αληθοφάνειας…
Συνοψίζοντας (=) θα επαναλάβουμε απλά τους επαίνους για μια εμπνευσμένη, πληθωρική παράσταση με αυθεντική γοητεία, που μας ταξίδεψε σε χρόνια με «νύχτες αμαρτωλές», αλλά κυρίως αναθέρμανε την πίστη μας στο παλιό, καλό Κρατικόπου καλωσορίζουμε μετά μεγάλης χαράς!
Αξιολόγηση: 7,6/10



.jpg)
.jpg)
.jpg)


.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
