Γράφει ο μαέστρος Μιχαήλ Χατζηαναστασίου για την Κουλτουρόσουπα.
Η ιστορία του Ανθρώπινου πολιτισμού στο σύνολό της αποτελεί μία κοινή πορνογραφία και τίποτα παραπάνω.
Υπερεκτιμημένη σε ηθικοπολιτικό επίπεδο.
Αποδομημένη μέσω φτηνών μεθόδων ελευθεριότητας και ταυτόχρονα δομημένη, σε κλιμακούμενες ψευδομορφές νόμων και κανόνων, πασπαλισμένες με μπόλικη αγιόσκονη θεουργικής φιλοσοφίας της αμπέλου.
Το να αναγνωρίσουμε αυτή την πορνογραφική διάσταση του πολιτισμού δεν είναι μοιρολατρία· είναι πράξη φιλοσοφικής αποτοξίνωσης. Πρέπει να ξαναδούμε πού αντικαταστήσαμε το βίωμα με το θέαμα, το μυστήριο με τη διαφήμιση, την πνευματικότητα με την “προσβασιμότητα”.
Αν δεν αποσυνδεθούμε συνειδητά από αυτή την υπερπαραγωγή εικόνων, θα συνεχίσουμε να συγχέουμε την έκθεση με την ουσία, το σοκ με το βάθος και τον πολιτισμό με το φτηνό θέαμα.
Ο Ζαν Μποντριγιάρ, στο έργο του για την υπερπραγματικότητα, περιέγραψε τον μεταμοντέρνο κόσμο ως ένα σύστημα σημείων που δεν παραπέμπουν πλέον σε καμία ουσία, αλλά κυκλοφορούν αυτόνομα, σαν να έχουν αντικαταστήσει την ίδια την πραγματικότητα. Αντίστοιχα, η πολιτισμική πορνογραφία δεν είναι απλώς η υπερπροβολή του σώματος, αλλά η υπερπροβολή του ίδιου του πολιτισμού ως θεάματος: τεχνολογικά επιτεύγματα, θεσμοί, σύμβολα και αξίες εκτίθενται σαν προϊόντα βιτρίνας, αποκομμένα από την ιστορική ή ηθική τους ουσία. Όπως το πορνογραφικό σώμα δεν βιώνει τον έρωτα αλλά τον υποδύεται, έτσι και ο σύγχρονος πολιτισμός δεν βιώνει πλέον το νόημα αλλά το προσομοιώνει.
Η πολιτισμική πορνογραφία εκτείνεται παντού.
Στην Πολιτική, που μετατράπηκε σε μιντιακή παράσταση. Ένα παρακμιακό show στο οποίο δεν διαλέγουμε πλέον ιδέες, αλλά πακέτα branding.
Στην Τέχνη, όπου ο αυτοαναφορικός εντυπωσιασμός, και η αέναη προσπάθειά της να “σοκάρει” χωρίς περιεχόμενο, την έχει καταντήσει … αντικαταπληκτική.
Στην Επιστήμη, που αντί να εκτιμάται για την αναζήτηση της αλήθειας, παρουσιάζεται ως προϊόν προς επένδυση.
Όπως η πορνογραφία υπόσχεται ένταση και προσφέρει κενότητα, έτσι και ο πολιτισμός μας υπόσχεται νόημα και παραδίδει συσκευασμένο θόρυβο.
Αν προσεγγίσουμε την εικόνα με επιστημονική αυστηρότητα, μπορούμε να τη διαμερίσουμε σε τρεις λειτουργικές συνιστώσες. Πρώτον, η απογύμνωση του βιώματος: η εμπειρία μετατρέπεται σε αναμεταδιδόμενο αντικείμενο· δεύτερον, η θεαματική επιτέλεση του πολιτικού και του ιερού: πολιτικές και θρησκευτικές πράξεις επενδύονται με εμφάνιση, όχι με εσωτερική υπόσταση· τρίτον, η ψευδονομοτέλεια: νόμοι, κανόνες και θεσμοί εμφανίζονται ως αυθεντικοί, ενώ λειτουργούν ως κουστούμια που στερεοποιούν την επιφάνεια. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτισμική οικονομία που ανταμείβει το σοκ, την επανάληψη και την άμεση αντίδραση —όχι την στοχαστική επεξεργασία ή την ηθική διερεύνηση.
Η θεωρητική βιβλιογραφία προσφέρει σαφή όπλα για αυτή την ανάλυση. Ο «θεαματικός» χαρακτήρας της κοινωνίας (ή της κουλτούρας) έχει περιγραφεί ως μετατόπιση από το βίωμα στην εικόνα· η προσοχή γίνεται προϊόν και η σημασία χάνεται μέσα στην πληθώρα των αναπαραστάσεων. Παράλληλα, η θεωρία της προσομοίωσης δείχνει πώς το αντίγραφο καθιερώνει την υπεροχή του επί του πρωτοτύπου, οπότε η εμπειρία αναπαράγεται ως όμοια προς την εικόνα της και τελικά χάνει την πρωτογενή της συνθετότητα. Τέλος, η κριτική της εμπορευματοποίησης επισημαίνει, πως ακόμη και το ιερό μπορεί και υποβάλλεται πολλές φορές σε λογικές ανταλλαξιμότητας, μετατρέποντας το μυστήριο σε brand.

Καίσαρας Βοργίας
Αυτή η ανάγνωση δεν είναι μοιρολατρική. Αντιθέτως, προτείνει μια αναλυτική και πρακτική πορεία αποτοξίνωσης. Επιστημονικά, μπορούμε να την αποδώσουμε ως διαδικασία ανακατεύθυνσης προσοχής: αντί για «συσσώρευση εικόνων», χρειάζεται επανεκπαίδευση της νοητικής χωρητικότητας —άσκηση βαθιάς προσοχής, επαναφορά ρουτίνων που προάγουν το βιωμένο μάθημα και όχι την απλή κατανάλωση εντυπώσεων. Στην κοινωνική σφαίρα, αυτό σημαίνει να αμφισβητήσουμε την αυθεντία των εμφανίσεων: να απαιτήσουμε από θεσμούς και πρόσωπα όχι περφόρμανς αλλά λόγο και πράξη, όχι επικοινωνιακή υπερπαραγωγή αλλά υπεύθυνη κατάδυση στα προβλήματα.
Πρακτικά βήματα που πλαισιώνουν αυτή τη φιλοσοφική αποτοξίνωση είναι τόσο απλά όσο και ριζοσπαστικά. Μπορούμε να αρχίσουμε με τη «διαχείριση της δίαιτας προσοχής»: περιορισμός των επιφανειακών ροών (ειδησεογραφικός θόρυβος, αδιάκοπη ροή μέσων), συστηματική άσκηση στην ανάγνωση μεγάλων κειμένων, και καθημερινές πρακτικές που διεγείρουν το βίωμα (περπάτημα χωρίς μέσο, συλλογικές τελετές που δεν καταναλώνονται ως θέαμα, νηφάλιες συζητήσεις). Σε επίπεδο πολιτικού ακτιβισμού, η απάντηση πρέπει να είναι αντιπερισπασμός: αντικατάσταση της επιθετικής οπτικής ρητορικής από μακροπρόθεσμες μορφές λογοδοσίας· από συγκρότηση κοινοτήτων που λειτουργούν πάνω σε πρακτικές εμπιστοσύνης και όχι σε εικόνες εμπιστοσύνης.
Υπάρχει εδώ μια ηθική διάσταση που δεν επιτρέπει εύκολες αυτοματοποιήσεις. Η αναγνώριση ότι ο πολιτισμός γίνεται «πορνογραφικός» στην ουσία του σημαίνει ότι έχουμε απολέσει το μέτρο της αξιοπρέπειας: την ικανότητα να βλέπουμε και να σεβόμαστε το άλλο ως πεδίο μυστικού, όχι ως αντικείμενο προς εκμετάλλευση. Η φιλοσοφική αποτοξίνωση συνεπάγεται ανακάλυψη του μέτρου: μετριοπάθεια στην έκθεση, επιμονή στην αλήθεια που δεν φωτίζεται από προβολείς, υπομονή μπροστά στην αργή διαδικασία του νοήματος.
Αυτό δεν είναι νοσταλγία ενός αδιεξόδου «πριν την εικόνα». Αντιθέτως, απαιτεί κριτική εκμετάλλευση των μέσων: να μάθουμε πώς να χρησιμοποιούμε την τεχνολογία χωρίς να τη δεχόμαστε ως αυτόματο σύστημα νοηματοδότησης. Να επιβάλουμε τελετουργίες αντίστασης: συλλογικές πρακτικές που επαναφέρουν την εμπειρία εκεί όπου ανήκει —δηλαδή μέσα στο σώμα, στη σχέση, στη διαρκή διαδικασία του στοχασμού.
Το να αναγνωρίσουμε την πορνογραφική διάσταση του πολιτισμού δεν καταργεί το δικαίωμα στην κριτική χαρά, στο ερωτικό, στο ανοιχτό και το σαρκικό. Αντιθέτως: αποσκοπεί στο να επανατοποθετήσει αυτά τα στοιχεία μέσα σε μια ηθική και γνωσιολογική ιεραρχία όπου το βάθος έχει προτεραιότητα επί της επιφάνειας. Η αποτοξίνωση είναι πράξη επαναπρογραμματισμού της προσοχής —και συνεπώς πράξη ελευθερίας.
Τελικά, αυτή η πρόκληση που τίθεται δεν είναι αφορισμός· είναι διαγνωστικό κάλεσμα. Το ζητούμενο δεν είναι να καταστρέψουμε την εικόνα αλλά να ανακτήσουμε την ικανότητα να τη διαβάζουμε σωστά: να ξεχωρίζουμε το πέπλο από το πρόσωπο, τη φθορά από την ουσία, την εκμετάλλευση από την εμπειρία. Αν δεν αποσυνδεθούμε συνειδητά από την υπερπαραγωγή εικόνων, θα συνεχίσουμε να συγχέουμε την έκθεση με την ουσία —και τότε η «πορνογραφία του πολιτισμού» δεν θα είναι πια μεταφορά, αλλά λειτουργία του κόσμου που κατοικούμε. Η φιλοσοφία, εδώ, οφείλει να αναλάβει ρόλο θεραπευτή: να καλέσει σε αποτοξίνωση και να δείξει ότι το βίωμα, όσο απλό και ταπεινό κι αν είναι, αξίζει να μην το πουλάμε ως θέαμα.
Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να παραγάγουμε περισσότερα· είναι να σιωπήσουμε αρκετά ώστε να ξανακούσουμε. Να δημιουργήσουμε πολιτισμό που δεν θα είναι άλλη μια θεαματική επιφάνεια, αλλά ζωντανό σώμα νοήματος.








