Γράφει ο μαέστρος Μιχαήλ Χατζηαναστασίου για την Κουλτουρόσουπα.
Είμαστε θηρία σε καταστολή. Όχι ήμερα· κατασταλμένα. Η καταστολή λέγεται “πολιτισμός”: κανόνες, οθόνες, θερμίδες που δεν κυνηγήσαμε, συναισθήματα που δεν επιτρέπεται να ξεχειλίσουν. Το θηρίο μέσα μας δεν εξαφανίστηκε· απλώς μαστουρώνει με μικρές δόσεις ντοπαμίνης, ειδοποιήσεις, προσφορές, “επιβραβεύσεις”. Η νευροβιολογία είναι αμείλικτη: ο εγκέφαλος είναι μια μηχανή πρόβλεψης και αναζήτησης (SEEKING system του Panksepp). Θέλει κίνηση, πρόκληση, πόνο και λύτρωση. Εμείς του δίνουμε καθιστική μούχλα, υπερ-ερεθίσματα και ανώδυνη κατανάλωση. Το θηρίο βαριέται. Κι όταν το ζώο βαριέται, αυτοτραυματίζεται με “ηδονές” που μοιάζουν με ζωή αλλά είναι απλώς αναλγητικά.
Ποντίκια παγιδευμένα σε κουβά. Έτσι μοιάζουμε όταν πλατσουρίζουμε σε περιβάλλοντα σχεδιασμένα να μας κρατούν ακριβώς πάνω από τη στάθμη της απόγνωσης και κάτω από τη στάθμη της επανάστασης. Η ψυχολογία το έχει ονομάσει “μαθημένη αβοηθησία”: όταν οι έξοδοι αποτυγχάνουν αρκετές φορές, παραιτείσαι προτού δοκιμάσεις. Στις πόλεις-κουβάδες, η έξοδος υπόσχεται να ανοίξει “αύριο”· σήμερα, ένα ακόμα scroll. Ο μέγας εχθρός δεν είναι ο πόνος αλλά η ατέρμονη ήπια ευχαρίστηση που δεν κορυφώνεται ποτέ—η σταγόνα μέλι που σε κρατάει στο χείλος.
Ζώα με νοημοσύνη τόση, ώστε να είναι αρκετή μόνο για να συνειδητοποιούμε πως κάποτε θα πεθάνουμε. Η συνείδηση του θανάτου είναι το φοβερό μας μπόνους. Η Τerror Management Theory έδειξε ότι μεγάλο μέρος της κουλτούρας είναι ασπίδα απέναντι στο άγχος θνητότητας: σύμβολα, σημαίες, brands, “αποστολές” που μιλούν για αιωνιότητα. Νευρολογικά, ο προμετωπιαίος φλοιός μας επιτρέπει να προβλέπουμε το αύριο· η ίδια ικανότητα γεννά ρουμίναση, άγχος, ψευδή προθεσμία. Ζούμε σε μια μηχανή που αφηγείται μέλλον, και κάθε αφήγηση τελειώνει με εμάς εκτός σκηνής. Όσο πιο έξυπνοι, τόσο πιο ικανοί να σχεδιάζουμε το τέλος μας σε ατελείωτα “αν”.
Τίποτα δεν μπορεί να μας σώσει από την αυτοκαταστροφική μας φύση.
Ούτε ο Έρωτας, ούτε η Τέχνη, μηδέ η Φιλοσοφία μπορούν να ανατρέψουν το αναπόφευκτο. Είναι απλά, ισχυρά αναισθητικά κι’ όχι αντιβιοτικά. Ο Έρωτας βιολογικά “κλειδώνει” δύο συστήματα—ντοπαμίνη και οξυτοκίνη—για να συγχρονιστεί η φροντίδα.
Θαυμαστό. Μα εύθραυστο: η ηδονή συνηθίζεται (hedonic adaptation), οι υποδοχείς κατεβάζουν ένταση, ζητάμε περισσότερο για να νιώσουμε το ίδιο. Η Τέχνη; Εκλεπτυσμένη προσομοίωση κινδύνου και καθαρτικής λύσης: δάκρυα δίχως θάνατο. Μας εκπαιδεύει, μας ανυψώνει, αλλά δεν απενεργοποιεί τις αρχαίες μας ορμές. Η Φιλοσοφία; Μια ηρωική απόπειρα να δοθεί νόημα στο αναπόφευκτο. Προσφέρει κοινότητα και ήθος—δύο αντιδηλητήρια στην αποσάθρωση—αλλά ακόμη και οι άγιοι κουβαλούν σώμα, και το σώμα έχει αναγκασμούς.
Οι μόνες μας διαφορές από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, είναι λεπτά καμώματα της ίδιας ζωώδους μηχανικής. Ξέρουμε να χαμογελάμε—μια επίδειξη δοντιών που μετατράπηκε σε κοινωνικό λιπαντικό. Το χαμόγελο και το γέλιο, εξελικτικά, κερδισμένα με αίμα και τα δυό, μοιάζουν με “κοινωνική περιποίηση” από απόσταση: ραφινάτη νοηματική γούνα που χτενίζει τις εντάσεις της αγέλης. Ξέρουμε να πηδιόμαστε από ευχαρίστηση χωρίς λόγο.
Δεν είμαστε οι μόνοι: οι μπονόμπο, για παράδειγμα, χρησιμοποιούν το σεξ ως κόλλα κοινωνικής ειρήνης. Η δική μας υπερπαραγωγή είναι τοποθετημένη σε σκηνικά πορνογραφίας, επιβεβαιώσεων και βαθμολογιών—υπερφυσικά ερεθίσματα (supernormal stimuli) που ξεγελούν τον εγκέφαλο σαν να πέτυχε κάτι εξελικτικά σπάνιο, ενώ απλώς καταπίνει pixels.
Πεινάμε πια από βουλιμία ή συνήθεια κι όχι από πείνα. Η βιολογία μας γράφτηκε σε ερήμους σπανιότητας κι εμείς ζούμε σε ουρανοξύστες αφθονίας. Ο μηχανισμός “όποτε βρεις ζάχαρη, φάε” ήταν σοφία όταν η ζάχαρη ήταν σπάνια· γίνεται κατάρα όταν είναι παντού. Το αποτέλεσμα είναι μια “αντισταθμιστική” φυσιολογία (allostasis) που προσπαθεί να κρατήσει ισορροπία σε περιβάλλον εκτός προδιαγραφών. Ομοίως και με την κατανάλωση πληροφοριών: ο εγκέφαλος επιβραβεύει την καινοτομία, όχι την αλήθεια. Έτσι μεθάμε με καινούργια, όχι με ουσιώδη.
Κλαίμε από ανάγκη και όχι από ενοχές. Το κλάμα είναι κοινωνικό σήμα: “έρχου”, “κράτησέ με”, “δώσε μου ρύθμιση”. Η βιολογία του δεσμού (attachment) μειώνει κορτιζόλη, σταθεροποιεί ρυθμούς καρδιάς, μας ξαναβάζει στο κοπάδι. Οι ενοχές, αντίθετα, είναι πολιτισμικό εργαλείο εσωτερίκευσης κανόνων: δεν κλαίμε από ενοχές γιατί οι κανόνες άλλαξαν· το μόνο που δεν αλλάζει είναι η ανάγκη.

Όλα αυτά δεν είναι πρόσχημα μηδενισμού· είναι διάγνωση. Η αυτοκαταστροφή δεν είναι ιδεολογία· είναι παρενέργεια της ευφυΐας μας που ξέμεινε σε σώμα ζώου, σ’ έναν κόσμο υπερ-ερεθισμών. Η επιστήμη μάς δίνει τα μηχανικά σχέδια της παγίδας: συστήματα ανταμοιβής που απευαισθητοποιούνται, γνωστικές προκαταλήψεις (υπερβολική προεξόφληση του μέλλοντος, confirmation bias), εξελικτική ασυμφωνία περιβάλλοντος. Η φιλοσοφία μάς δίνει τη λέξη για το αγκάθι: θνητότητα.
Μα “σωτηρία”; Όχι. Η λέξη αυτή είναι ήδη υπερβολική για θηρία σε καταστολή. Το πολύ-πολύ, μια αγρύπνια: να βλέπεις το κλουβί, να αναγνωρίζεις το δόλωμα, να ονομάζεις την επιθυμία χωρίς να τη βαφτίζεις πεπρωμένο. Όταν το επόμενο ερέθισμα γνέψει, να θυμάσαι: δεν ζητάς ευτυχία, ζητάς ανακούφιση. Και η ανακούφιση είναι φτηνή. Το ακριβό είναι η τέφρα της απόγνωσης που μένει μετά.
Φάει – Γάμα – Σβήσε
Το τρίπτυχο επιτυχίας του σύγχρονου ανθρώπου, με μια ζωή σε ντόπα, να πεθαίνει ζωντανός σαν θηρίο μαστουρομένο απο σκουπίδια ηδονής και σάπια χαμόγελα, που τα χρειάζεται σαν αναλγητικά για να ξεχνά.
Αυτός είσαι, αυτό αξίζεις;
Έναν … happy death με ηχώ κενού;
Αν υπάρχει μια πράξη αξιοπρέπειας, είναι να πάψεις να ζητάς από τον Έρωτα, την Τέχνη και την Φιλοσοφία να σε γιατρέψουν από κάτι που λέγεται “άνθρωπος”. Να τα αφήσεις να κάνουν το μόνο που μπορούν—να φωτίζουν σκοτάδια για λίγο—ενώ εσύ, ζώο εν γνώσει του τέλους του, στέκεσαι όρθιος. Όχι σωσμένος. Ξύπνιος.
Δείτε όλα τα άρθρα του Μιχαήλ Χατζηαναστασίου με μια ματιά ΕΔΩ








